

β) Το Αμάρτημα του Πατρός
Η ηλικιωμένη κυρία ζήτησε απ’ την κόρη της που έσπρωχνε το αναπηρικό καροτσάκι στο οποίο καθόταν να σταματήσει.
– Καλέ αυτή δεν είναι η Γιούλη; την ρώτησε και έδειξε μια συνομήλική της που περίμενε μαζί με τον γιο της για να βγάλει ακτίνες.
– Τι σε νοιάζει βρε μαμά! Αφού δεν της μιλάς. απάντησε η κόρη.
– Εεε αυτά ήταν παλιά! της απάντησε.
Πριν χρόνια ήταν συμμαθήτριες και οι καλύτερες φίλες. Κάποια στιγμή όμως παρεξηγήθηκαν για ένα ελαιόδεντρο που το διεκδικούσαν και οι δύο. Βρισκόταν στα σύνορα των χωραφιών τους και δεν έβγαζαν άκρη ποιανής ήταν. Η Γιούλη όμως στεναχωρέθηκε και το έφερνε βαρέως μέσα της που μάλωναν. Έτσι μια μέρα πήγε στον παπά για να εξομολογηθεί και έπειτα να κοινωνήσει. Αφού του εξήγησε το κρίμα της, εκείνος την συμβούλεψε να κάνει ένα βήμα πίσω και να ξαναμιλήσει στην φιλενάδα της.
Έλα όμως που στον ίδιο παπά πήγε και η άλλη φίλη. Εκείνη όμως ο παπά Παρασκευάς την υπερασπίστηκε. “Αν δεν σου δώσει το λιόδεντρο, να μην της ξαναμιλήσεις! Δικό σου είναι! Το θυμάμαι εγώ καλά, που το ‘σπειρε ο παππούς σου” της είχε πει επίτηδες ψέματα. Έτσι και κείνη δεν υποχώρησε όταν ήρθε η Σούλα για να της ζητήσει συγνώμη. Από τότε δεν ξαναμίλησαν, αν και αργότερα έμαθαν για τις συμβουλές του παπά στην κάθε μια τους. Τώρα όμως η Σούλα ανησυχούσε πραγματικά για την φίλη της.
– Γιούλη! Εσύ δεν είσαι; ρώτησε την άλλη κυρία.
– Εγώ είμαι ναι. Εσύ ποια είσαι; απόρησε εκείνη και φόρεσε τα γυαλιά της, που τα είχε κρεμασμένα στο λαιμό, για να την δει καλύτερα.
– Έλα καλέ που δεν με γνώρισες! Για κοίτα με ξανά!
– Αχ βρε Σούλα! Τώρα σε κατάλαβα! Αχ πέρασαν τα χρόνια! Αλλάξαμε!
– Πες το βρε Γιούλη! Τι φοβάσαι; Γεράσαμε! την διόρθωσε.
Τα παιδιά τους γέλασαν.
– Εεε κάποτε ήμασταν και μεις ωραίες κοπέλες! Μεγάλες, δεν γεννηθήκαμε. γύρισε και τους είπε η Σούλα.
Μια νοσοκόμα φώναξε το όνομά της.
– Παναγιούλη Παπαδοπούλου;
– Ναι εγώ! απάντησε εκείνη.
– Έχει έρθει η σειρά σας.
– Άντε τα λέμε στο δωμάτιο. της είπε η Σούλα και κούνησε το χέρι της.
Εκείνη την στιγμή μπήκε ένα φορείο στα επείγοντα. Ακολούθησε άλλο ένα με τον παπά Παρασκευά επάνω, ξαπλωμένο και με την συνοδεία της αστυνομίας. Οι δυο γυναίκες, λες και ήταν συνεννοημένες, σταυροκοπήθηκαν.
Μετά την εγχείρηση ο παπά Παρασκευάς πήγε στο δωμάτιό του. Όταν συνήλθε διψούσε. Ζήτησε απ’ την νοσοκόμα κάτι να πιει. Εκείνη του έδωσε λίγο νερό.
– Τι είν’ αυτό τέκνο μου; την ρώτησε καθώς το έφτυνε πίσω στο ποτήρι με αηδία.
– Νερό πάτερ! Τι να είναι; δικαιολογήθηκε εκείνη.
– Κάτι άλλο δεν έχει;
– Σαν τι δηλαδή; Τσάι ή καφέ, δεν κάνει ακόμη να πιείς.
– Ε τότε κανένα τσίπουρο ή έστω κρασάκι!
Η νοσοκόμα σηκώθηκε αγανακτισμένη. Έκανε νόημα στους αστυνομικούς που περίμεναν απ’ έξω και κάθισαν δίπλα του.
– Λοιπόν σ’ ακούμε! Δεν μας είδες που ήμασταν από πίσω σου; ρώτησε ο ένας αστυνομικός. Σου κάναμε σινιάλο με τα φώτα για να σταματήσεις, ανάψαμε τον φάρο του περιπολικού, ήχησε η σειρήνα αλλά εσύ πάτησες γκάζι για να ξεφύγεις!
– Πού να καταλάβω τέκνο μου ότι έπρεπε να σταματήσω, γέρος άνθρωπος;
– Και πώς βρεθήκατε πάτερ στο χαντάκι;
– Τι να σου πω παιδί μου; Μπορεί να ήπια λιγάκι. είπε στον αστυνομικό με τα πολιτικά. Γάμο είχαμε! Χαρά!
Πραγματικά έτσι ήταν. Είχε τελέσει το μυστήριο και το νιόπαντρο ζευγάρι τον κάλεσε στο γαμήλιο γλέντι. Εκεί ο παπά Παρασκευάς που ήρθε στο κέφι, στερέωσε το ράσο του μέσα στις τσέπες του παντελονιού του για να μην το πατήσει και μόλις άκουσε το αγαπημένο του τραγούδι, “γεννήθηκες για την καταστροφή”, σηκώθηκε για να χορέψει μια ζεϊμπεκιά. Τα είχε τσούξει λιγάκι. Όχι περισσότερο βέβαια απ’ τον νεαρό που είχε έρθει ακάλεστος στον γάμο και πιάνοντας τη νύφη να χορέψουνε, τη φίλησε στο στόμα με πάθος.
– Τον νεαρό γιατί τον μαχαίρωσες παπά Παρασκευά;
– Ήταν η κακιά στιγμή τέκνο μου! Ήρθε για να χαλάσει τον γάμο που ευλόγησα εγώ, με την καθοδήγηση του Κυρίου!
– Ναι αλλά δεν πείραξε εσένα! Την νύφη φίλησε. Ας άφηνες τον άντρα της να τον διώξει.
– Ήταν σαν να πείραξε εμένα! Αυτό το κορίτσι το ξέρω από μωρό παιδί. Εγώ το βάφτισα: Υψιπύλη. Κόρη μου θα γινόταν, αν παντρευόταν το γιο μου, όπως υπολόγιζα. Αλλά ο Ύψιστος είχε άλλα σχέδια…
– Ποιον γιο σου παπά Παρασκευά; Αφού δεν έχεις οικογένεια. Τα ‘χασες εντελώς; είπε ο ένας αστυνομικός και φώναξε τον γιατρό γιατί πίστεψε πως ο παπάς είχε χτυπήσει το κεφάλι του και έλεγε ασυναρτησίες.
Απ’ τον διπλανό θάλαμο η Σούλα τα είχε ακούσει όλα. Όταν ήρθε η Γιούλη, της τα διηγήθηκε. Εκείνη κούνησε το κεφάλι.
– Ο παπά Παρασκευάς τα ‘χει 400. Απλά ο αστυνομικός είναι πολύ νέος για να γνωρίζει τέτοιες λεπτομέρειες. είπε τελικά η Γιούλη.
– Σε μένα το λες καλέ; Το ξέρω. Και σύζυγο είχε και παιδί. Θα ξεχάσω εγώ τότε, πριν χρόνια, που ήταν στο σπίτι μου και μαλώσανε με τη γυναίκα του; Γιόρταζε ο συγχωρεμένος ο άντρας μου και είχε έρθει ο παπά Παρασκευάς με την παπαδιά για επίσκεψη. έκανε η Σούλα.
– Και την άλλη μέρα μάθαμε ότι εκείνη πήρε το παιδί κι έφυγε.
– Ε άμα κι αυτός ήταν τέτοιος άνθρωπος που λέγανε, άσωτος, καλά τον έκανε. Αλλά το παιδί μπορούσε να το φέρνει για να το βλέπει.
– Πόσο χρονών θα ‘ναι τώρα το αγόρι; ρώτησε η Γιούλη.
– Εεε πιο μεγάλος απ’ την Υψιπύλη. Θυμάσαι που ήταν αχώριστα;
– Βέβαια! Πού να είναι άραγε; Παντρεύτηκε; Ποιος ξέρει.
– Κανένας απ’ το χωριό δεν τους ξαναείδε από τότε. Ούτε ο παπά Παρασκευάς!
Όλη την νύχτα ένας αστυνομικός στεκόταν έξω απ’ το δωμάτιό του. Την επόμενη μέρα ξαναήρθε εκείνος με τα πολιτικά. Αυτή τη φορά του μιλούσε χαμηλόφωνα. Οι δύο γυναίκες από δίπλα, κρατούσαν την αναπνοή τους μήπως και πιάσουν καμιά κουβέντα. Ξαφνικά ένα ουρλιαχτό εισέβαλε βίαια στο δωμάτιο. Η σιωπή διαλύθηκε απ’ την σπαρακτική φωνή του παπά Παρασκευά: “Ποιος; Όχι Θεέ μου, γιατιιιιί!” Ένιωσε ένα βάρος το στήθος του. Σαν κάποιος να καθόταν πάνω. Έμφραγμα είπαν οι γιατροί. Οι νοσοκόμες πήγαιναν πέρα δώθε αλαφιασμένες.
– Τι έγινε καλέ; ρώτησε η Σούλα μια που ερχόταν από δίπλα και τα είχε ακούσει όλα.
– Αφήστε τα! Ο παπά Παρασκευάς έπαθε έμφραγμα.
– Ααα! Μα πώς; Έτσι ξαφνικά;
– Δεν άντεξε την τραγωδία! Πού να σας τα λέω! απάντησε εκείνη. Το παλικάρι που μαχαίρωσε, κατέληξε.
Ένα επιφώνημα λύπης βγήκε απ’ τα χείλη τους κι έκαναν το σταυρό τους.
– Θεός σχωρεσ’ τον! είπε η Σούλα. Γιαζίκ!
– Και δεν είναι μόνο αυτό. ξανάπε η νοσοκόμα.
– Δηλαδή; Τι άλλο; ρώτησε η Γιούλη.
– Ξέρετε ποιο ήταν το παλικάρι;
– Ποιο; έκαναν με μια φωνή!
– Ο γιος του παπά Παρασκευά, τον οποίον είχε να δει από μικρό. Ήρθε να χαλάσει τον γάμο της Υψιπύλης, μιας και δεν την ξέχασε ποτέ.