
Με πόσους ανθρώπους μιλήσατε σήμερα; Σύμφωνα με έρευνες, είναι πολύ πιθανό αρκετοί από αυτούς να μην ήταν απόλυτα ειλικρινείς. Ο ψυχολόγος Robert Feldman του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης, έπειτα από πολυετή μελέτη, διαπίστωσε ότι το 60% των ανθρώπων λένε τουλάχιστον ένα ψέμα μέσα σε μια δεκάλεπτη συζήτηση, συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιούν.
Οι άνθρωποι ψεύδονται συνήθως για να φανούν πιο συμπαθείς, πιο ικανοί ή για να προστατεύσουν τα συναισθήματα των άλλων. Παρότι οι περισσότεροι διαθέτουν ένστικτο που τους βοηθά να αντιλαμβάνονται την ανειλικρίνεια, συχνά το αγνοούν.
Έρευνες έχουν καταγράψει ορισμένες συμπεριφορές που μπορεί να αποτελούν ενδείξεις ψεύδους:
- Αγγίζουν ή καλύπτουν το στόμα τους
Η κίνηση αυτή θεωρείται ασυνείδητη προσπάθεια περιορισμού της επικοινωνίας και συχνά εμφανίζεται όταν κάποιος δεν λέει όλη την αλήθεια. - Δίνουν υπερβολικές λεπτομέρειες
Οι ψεύτες τείνουν να μιλούν περισσότερο από όσο χρειάζεται, επαναλαμβάνοντας στοιχεία και φράσεις για να ενισχύσουν την αξιοπιστία της ιστορίας τους. - Δείχνουν τάση φυγής
Συχνά στρέφουν το σώμα τους προς την έξοδο ή υιοθετούν πιο αμυντική στάση, σαν να αναζητούν ασυνείδητα μια διέξοδο από τη δύσκολη κατάσταση. - Η γλώσσα του σώματος δεν συμφωνεί με τα λόγια τους
Όταν κάποιος περιγράφει ένα δυσάρεστο γεγονός αλλά χαμογελά ή δείχνει ενθουσιασμό, δημιουργείται μια αντίφαση που μπορεί να αποτελεί ένδειξη ψεύδους. - Αλλάζουν το συνηθισμένο μοτίβο στις κινήσεις των ματιών τους
Δεν έχει σημασία πού κοιτούν, αλλά αν η συμπεριφορά τους διαφέρει από τη συνηθισμένη. Πολλοί ψεύτες κοιτούν συχνά προς την πόρτα ή αλλού, αναζητώντας υποσυνείδητα «διέξοδο». - Γίνονται επιθετικοί
Η αδικαιολόγητη ένταση, η εχθρική στάση ή η υπερβολικά επίμονη οπτική επαφή μπορεί να αποτελούν προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας. - Προστατεύουν ευαίσθητα σημεία του σώματος
Άγγιγμα στον λαιμό, στο κεφάλι ή στην κοιλιά μπορεί να αποτελεί ασυνείδητη αντίδραση άγχους και ευαλωτότητας.
Ωστόσο, κανένα από τα παραπάνω σημάδια δεν αρκεί από μόνο του για να αποδείξει ότι κάποιος λέει ψέματα. Οι ενδείξεις αποκτούν αξία μόνο όταν συγκρίνονται με τη φυσιολογική συμπεριφορά του συγκεκριμένου ατόμου. Παράγοντες όπως η προσωπικότητα, το άγχος ή ακόμη και ορισμένες ψυχικές διαταραχές μπορούν να επηρεάσουν τη γλώσσα του σώματος χωρίς να σχετίζονται με ανειλικρίνεια.