Πέμπτη, 25 Ιουνίου

Γράφει η Ντιάνα Τσερβονίδου

Διευθύντρια Σύνταξης

Δημοσιογράφος

 

Μπορεί να μην ζούμε σε μια μητρόπολη όπου οι αποστάσεις μετριούνται σε σταθμούς μετρό και οι άνθρωποι χάνονται πιο εύκολα κι από σήμα κινητού, ούτε σε πόλεις όπου ο νόμος της ζούγκλας είναι επίσημο καθεστώς. Κι όμως, μια επαρχιακή πόλη όπως η Ξάνθη μπορεί άνετα να διεκδικήσει τον τίτλο της μικρογραφίας της καθημερινής τρέλας — ειδικά τις ώρες αιχμής, όταν η αγορά «ανασαίνει» και οι δρόμοι μετατρέπονται σε στίβο επιβίωσης για ταλαίπωρους πολίτες με μοναδικό έπαθλο να φτάσουν σπίτι τους χωρίς αψιμαχία, κορνάρισμα ή εσωτερική κρίση zen.

Είναι εκεί που ο πεζός δεν κάνει απλώς μια βόλτα, αλλά συμμετέχει σε ένα άτυπο extreme sport. Κοιτά δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω — και πάλι δεν είναι σίγουρος ότι δεν θα εμφανιστεί από το πουθενά κάποιο μηχανάκι ή ένας διανομέας σε αποστολή υψηλής προτεραιότητας, που κινείται με την αποφασιστικότητα ανθρώπου που έχει πείσει τον εαυτό του ότι ο χρόνος είναι προσωπικός του εχθρός που πρέπει οπωσδήποτε να εξοντωθεί.

Το εντυπωσιακό είναι ότι όλοι φαίνεται να έχουν κάποιον εσωτερικό κώδικα επιβίωσης. Ο πεζός κάνει τον σταυρό του πριν κατέβει από το πεζοδρόμιο, ο οδηγός αυτοκινήτου αναρωτιέται αν έχει προτεραιότητα ή απλώς τύχη, και ο δικυκλιστής θεωρεί ότι ο δρόμος του ανήκει.

Αν τολμήσεις να σηκώσεις το χέρι με μια δόση αγανάκτησης, η απάντηση είναι σχεδόν πάντα η ίδια: Ένα πρόχειρο χαμόγελο, ένα σφύριγμα συγγνώμης και η φράση-μανιφέστο της εποχής: «Σόρι, βιάζομαι». Δεν είναι προσωπικό. Είναι απλώς… ρυθμός ζωής. Ένας ρυθμός που δεν περιμένει φανάρια, δεν αναγνωρίζει διαβάσεις και θεωρεί τον ΚΟΚ περισσότερο ευγενική σύσταση παρά κανόνα. Είναι αυτό το συλλογικό «τρέχω γιατί όλοι τρέχουν», που δεν ξέρει πού πάει αλλά σίγουρα πάει γρήγορα.

Κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι η βιασύνη έχει γίνει το νέο τοπικό έθιμο. Δεν έχει σημασία αν πας για καφέ, για δουλειά ή απλώς για να κάνεις έναν κύκλο και να επιστρέψεις — πρέπει να πας σαν να σε κυνηγάει κάτι. Και αν δεν σε κυνηγάει, απλώς φαντάζεσαι ότι σε κυνηγάει.

Στο μεταξύ, το μηχανάκι δεν είναι απλώς όχημα. Είναι φιλοσοφία ζωής. Είναι η ιδέα ότι «αν χωράω, περνάω» και «αν δεν χωράω, πάλι θα χωρέσω. Κι έτσι γεννιέται ένα καθημερινό μπαλέτο ανάμεσα σε αυτοκίνητα, πεζούς και κάθε λογής τροχοφόρα, όπου η ισορροπία κρίνεται σε εκατοστά και η τύχη παίζει τον βασικότερο ρόλο.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε και η νέα μόδα της εποχής: Το πατίνι. Μικροί, μεγάλοι, αρχάριοι και «έμπειροι» κατακτούν δρόμους και πεζοδρόμια με την άνεση εξερευνητή σε αχαρτογράφητα νερά και με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που θεωρεί ότι η ισορροπία είναι απλώς θέμα πίστης.

Κάποιες φορές, η σκηνή θυμίζει οργανωμένο χάος με κακή χορογραφία: Ένα αυτοκίνητο που σταματάει «για πέντε δευτερόλεπτα μόνο», ένα μηχανάκι που το εκλαμβάνει ως πρόσκληση εισόδου, ένας πεζός που κάνει πίσω με αξιοπρέπεια, και ένα δεύτερο μηχανάκι που αποφασίζει ότι το πεζοδρόμιο είναι απλώς «εναλλακτική λωρίδα».

Αυτό βέβαια που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση δεν είναι η κίνηση αυτή καθαυτή, αλλά η σιγουριά. Η απόλυτη, ακλόνητη σιγουριά ότι «εγώ ξέρω τι κάνω», την ίδια στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς κάνεις, και αν πρέπει να ανησυχήσουν ή απλώς να προσευχηθούν. Κι έτσι, χωρίς να χρειάζεται να ζεις σε μεγαλούπολη, συνειδητοποιείς πως η καθημερινή τρέλα δεν είναι θέμα πληθυσμού. Είναι θέμα ταχύτητας, συνήθειας και μιας παράξενης συλλογικής πεποίθησης ότι «κάπως θα χωρέσουμε όλοι».

Μόνο που, στους δρόμους της Ξάνθης, το «κάπως» σπάνια είναι αρκετό…

 

Fonitisxanthis.gr

Share.
Exit mobile version