Τρίτη, 23 Ιουνίου

 

α) Σκύψε ευλογημένη

Το παιδί τεντώθηκε όσο περισσότερο μπορούσε για να κατεβάσει την καντήλα πάνω απ’ την εικόνα της Παναγιάς της Γρηγορούσας, αλλά δεν την έφτανε γιατί ήταν κοντός. Πήρε λοιπόν την σκάλα και ανέβηκε. Αφού άναψε το φυτίλι με το Άγιο φως, ξανακρέμασε την καντήλα στη θέση της. Κατεβαίνοντας απ’ τη σκάλα, άκουσε έναν μοναχό να γελάει πίσω απ’ την πλάτη του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον κορόιδευε για το ύψος του, αλλά σίγουρα η τελευταία, μιας και ο νέος είχε αποφασίσει να τους παρατήσει, δίχως να το πει σε κανέναν. “Σιγά μην με ψάξουν!” σκέφτηκε. “Έτσι κι αλλιώς, ανεπιθύμητος είμαι παντού, απ’ την ώρα που γεννήθηκα”. Και δεν είχε άδικο. Η μάνα του δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τρία παιδιά, αν και εργαζόταν σαν παραδουλεύτρα σε σπίτια και τα μεγαλύτερα τη βοηθούσαν. Το γεγονός όμως ότι ήταν ο πιο ζωηρός απ’ όλα τ’ αδέλφια του, ήταν αυτό που την οδήγησε να τον δώσει για να τον μεγαλώσουν στο μοναστήρι. Έτσι την είχε συμβουλέψει ο πατέρας του, τον οποίο ο νέος δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Τώρα όμως επιθυμούσε να τον ψάξει και να τον βρει.

Σταμάτησε στο πρώτο χωριό που βρήκε μπροστά του, αφού έφυγε απ’ το μοναστήρι. Πήγε αμέσως στην εκκλησία για να ζητήσει βοήθεια. Ο παπάς στην αρχή ήταν ευγενικός. Του έδωσε να φάει και του παραχώρησε ένα δωμάτιο με υγρασία στο υπόγειο για να μένει. Εκείνος ζούσε στον επάνω όροφο μαζί με το ψυχοπαίδι του, που τον βοηθούσε με τις δουλειές του σπιτιού. Πριν λίγους μήνες είχε χάσει την παπαδιά και στο σπίτι χρειαζόταν ένα γυναικείο χέρι.

Ο νέος πήρε τη θέση του νεωκόρου για να βγάζει κάποια χρήματα. Στο κάτω-κάτω αυτό ήξερε να κάνει καλά. Είχε πάντα στο μυαλό του ότι έπρεπε να συνεχίσει να ψάχνει για τον πατέρα του. Μια μέρα, παρακολούθησε τον παπά που μετρούσε ένα ένα τα κέρματα απ’ το παγκάρι της εκκλησίας κι έπειτα τα έπαιρνε μαζί του. Έτσι του μπήκε η ιδέα να τα κλέψει. Βάλθηκε να μάθει λοιπόν απ’ την ψυχοκόρη του, πού τα έκρυβε.

Σιγά σιγά την προσέγγισε. Έγινε φίλος της και κείνη τον εμπιστευόταν. Περνούσαν χρόνο μαζί, λέγοντας ο ένας στον άλλον τα παράπονα που είχαν απ’ τον παπά και γελούσαν με τις τιμωρίες που τους έβαζε για να τους συνετίσει. Εκείνη την ανάγκαζε να γράφει 10 φορές την ημέρα το σύμβολο της πίστεως. Σ’ εκείνον όμως εξαντλούσε όλη του την αυστηρότητα. Πολλές φορές τον άφηνε νηστικό. Άλλες πάλι τον κυνηγούσε γύρω γύρω απ’ την εκκλησία για να τον δείρει με την βέργα. Ο παπάς έβγαζε το άχτι του όποτε τον πληροφορούσαν οι καλοθελητές πως ο νεωκόρος είχε κάνει κάποια σκανδαλιά. Όχι τίποτα σοβαρό, έκοβε καμιά ντομάτα απ’ τους μπαξέδες ή κανένα μήλο απ’ τα δέντρα τους επειδή πεινούσε.

Μια νύχτα ο νεωκόρος έφερε ένα μπουκάλι κρασί απ’ την εκκλησία, απ’ αυτά που είχαν για να φτιάχνουν τη θεία κοινωνία και άρχισαν να πίνουν. Το κορίτσι πολύ γρήγορα μέθυσε και ξεκίνησε να “κελαηδάει”. Ανάμεσα στα γέλια, της ξέφυγαν και λόγια που διαφορετικά δεν θα έλεγε ποτέ.

– Ωραίο είναι το κρασί; την ρώτησε ο νεαρός.

– Ναι μ’ άρεσε! Έχω ξαναπιεί.

– Αλήθεια; Πότε;

– Μου δίνει πού και πού ο παπάς απ’ το ποτήρι του.

– Μα είσαι μικρή δεν κάνει! απόρησε ο νεωκόρος.

– Ναι. κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι. Και κείνος έτσι λέει. Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές δίνει στις άλλες να πιούν.

– Ποιες άλλες;

– Στις γυναίκες ντε, που έρχονται για να του ζητήσουν βοήθεια.

– Τι σόι βοήθεια δηλαδή; Οικονομική;

– Κυρίως. Να, χτες ήρθε η φουρνάρισσα. Πρώτα της έβγαλε λίγο κρασί και μετά μιλούσαν για ώρα. Στο τέλος τον άκουσα που της είπε: “σκύψε τώρα ευλογημένη να μετανοήσεις”. Και καθώς έγειρα το κεφάλι, είδα απ’ την χαραμάδα της πόρτας να την βάζει κάτω απ’ το πετραχήλι και κάτω απ’ το ράσο του. είπε το κορίτσι και κοίταξε χαμηλά στο πάτωμα, σαν να ντράπηκε για λογαριασμό τους, αλλά συνέχισε. Μετά άνοιξε το συρτάρι που έχει τα λεφτά και της έδωσε. Αυτή του φίλησε τα χέρια κι έφυγε.

– Εσένα σου δίνει λεφτά;

– Όχι! Ποτέ! Καμιά φορά όμως, όταν δεν μπορεί να κοιμηθεί μόνος, με φωνάζει στο κρεβάτι του για να του ζεστάνω τα πόδια και μ’ αγκαλιάζει σφιχτά, ενώ βογκάει μες στ’ αυτί μου. είπε το κορίτσι με τρεμάμενη φωνή. Την άλλη μέρα μου κάνει δώρο κάποιο φουλάρι της συγχωρεμένης της κυράς, για να το βάλω γύρω απ’ τον λαιμό, μέχρι να φύγουν τα σημάδια.

Ο νεωκόρος έβραζε από θυμό αλλά δεν μίλησε. Δεν είχε πλέον κανέναν ενδοιασμό γι’ αυτό που είχε αποφασίσει να κάνει.

Έπειτα η ψυχοκόρη του είπε ότι την επομένη θα έλειπε απ’ το σπίτι. Θα πήγαινε στο διπλανό χωριό για να δει τ’ αδέρφια της. Ο νεωκόρος ήξερε πως κάθε μέρα την ίδια ώρα, ο παπάς τα τσούζει στο καφενείο. Τότε λοιπόν που το σπίτι ήταν άδειο, μπήκε στο γραφείο του και άνοιξε το συρτάρι σπάζοντας την κλειδαριά. Πήρε τα λεφτά από μέσα και ενώ ήταν έτοιμος να φύγει, η πόρτα ξαφνικά άνοιξε. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι ο παπάς να καταλάβει τι συμβαίνει. Τότε όρμηξε κατά πάνω του για να τον πνίξει. Ο νεωκόρος αμύνθηκε και τον έσπρωξε προς τα πίσω με δύναμη. Ο παπάς πέφτοντας, χτύπησε το κεφάλι του στην γωνία του τραπεζιού και δεν ξανασηκώθηκε.

Ο νέος πανικοβλήθηκε κι άρχισε να τρέχει. Δεν σκεφτόταν πού πηγαίνει, παρά μόνο το κακό που είχε κάνει και την τιμωρία που θα του επέβαλε ο Θεός. Τα πόδια του τον οδήγησαν πίσω στην ασφάλεια του μοναστηριού, χωρίς να το θέλει. Εκεί τα εξομολογήθηκε όλα, νομίζοντας πως θα ξελαφρώσει απ’ το βάρος του αμαρτήματος. Τα πράγματα όμως έγιναν χειρότερα. Ο μοναχός έδωσε μεγάλη προσοχή στα λόγια του. Έπειτα του ζήτησε να μείνει ψύχραιμος, γιατί θα άκουγε κάτι τρομερό. Μετά από μια παρατεταμένη σιωπή, ο μοναχός του αποκάλυψε πως ο παπάς που σκότωσε, ήταν ο άνθρωπος που είχε συμβουλέψει την μάνα του να τον πάει στο μοναστήρι. Ήταν ο πατέρας του, τον οποίο έψαχνε τόσο καιρό να βρει.

Share.
Exit mobile version