

Αυτό το ασυνήθιστα ζεστό καλοκαίρι, του θύμιζε την πατρίδα που είχε αφήσει πίσω του. Δρόσιζε μόνο τα ξημερώματα, λίγο πριν ο Χακίμ σηκωθεί για να πάει στο εργοστάσιο. Τρεις η ώρα το μεσημέρι που σχολούσε, έβραζε ο τόπος. Καβαλούσε το ποδήλατό του και πήγαινε στο σπίτι όπου έβγαζε την φόρμα εργασίας και φορούσε μια λευκή, αέρινη κελεμπία. Έτρωγε κάτι ελαφρύ και κατευθυνόταν προς την παραλία.
Άφηνε στον φράχτη της ψαροταβέρνας το ποδήλατο και κατηφόριζε με τα πόδια τον χωματόδρομο που οδηγούσε στην θάλασσα. Μόλις πατούσε με τα σανδάλια του στην άμμο, όλοι οι λουόμενοι γύριζαν και τον κοιτούσαν. Ήταν περίεργο θέαμα ένας άντρας ψηλός, μελαχρινός με κελεμπία ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους με μαγιό. Ο μαγαζάτορας της ταβέρνας στραβομουτσούνιαζε όποτε τον έβλεπε, γιατί τον ενοχλούσε που άφηνε το ποδήλατο στον φράχτη. Στην πραγματικότητα τον πείραζε που ήταν φτωχός. Αν ήταν ξένος αλλά πλούσιος, όλα θα ‘ταν αλλιώς.
Ο Χακίμ ήταν μελαμψός και δεν τον έκαιγε εύκολα ο ήλιος. Δεν πήγαινε κοντά στην ψαροταβέρνα γιατί ένιωθε πως ο ιδιοκτήτης τον αντιπαθεί. Καθόταν παραπέρα σ’ έναν βράχο και μ’ ένα ξύλο, σαν να κρατούσε μολύβι, σχεδίαζε μερικά τετράγωνα. Μέσα σ’ αυτά, ο Χακίμ προσπαθούσε να γράψει αριθμούς που από οποιαδήποτε πλευρά κι αν τους πρόσθετες, έβγαζαν το ίδιο αποτέλεσμα. Ήταν πολύ αφοσιωμένος σ’ αυτό που έκανε και δεν σηκωνόταν για να μιλήσει σε κανέναν. Τα ομορφότερα γυναικεία κορμιά της παραλίας έρχονταν κοντά του από περιέργεια και του έπιαναν την κουβέντα.
Τότε ήταν που ο ταβερνιάρης νευρίαζε ακόμη περισσότερο, γιατί ζήλευε. Ενώ κερνούσε τις τουρίστριες για να κάτσουν μαζί του κι αυτές πήγαιναν στον Χακίμ τζάμπα. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί συνέβαινε αυτό κι έτσι τον έκανε εχθρό.
Ο μετανάστης με την κελεμπία είχε τον τρόπο να πείθει τις τουρίστριες πως μπορούσε να τις θεραπεύσει. Δεν είχε σπουδάσει ιατρική, αλλά θυμόταν αυτά που του είχε μάθει ο πατέρας του και οι φίλοι του με τις λευκές κελεμπίες και παρίστανε τον γιατρό. Τις χάιδευε απαλά με τον αντίχειρα στο μέτωπο, πίεζε ελαφρά το σημείο όπου θεωρητικά βρίσκεται το τρίτο μάτι και κείνες απολάμβαναν την αίσθηση γαλήνης. Τις χάριζε φυλαχτά φτιαγμένα από μαύρα βότσαλα και κοχύλια για να βάζουν κάτω απ’ το μαξιλάρι τους, που θα τις προστάτευαν απ’ τα κακά πνεύματα. Σ’ αυτές που είχαν στομαχικά ή δερματικά προβλήματα έδινε μικρά κομμάτια λιβάνι να μασήσουν ή να το βάζουν στο νερό τους. Εκείνες του έφερναν φαγητό και νερό απ’ την ταβέρνα ή προσπαθούσαν να του δώσουν χρήματα, αν και ο Χακίμ τ’ αρνιόταν ευγενικά.
Υπήρχαν βέβαια και μερικές που ήθελαν να του χαρίσουν κάτι ξεχωριστό, μια εμπειρία που μόνο μια ερωτευμένη γυναίκα μπορεί να δώσει σ’ έναν άντρα. Έτσι τον περίμεναν μέχρι να δώσει τις συμβουλές του σε όλες και έφευγαν μαζί για το σπίτι του, όπου απολάμβαναν το μελαμψό κορμί του.
Η δύναμή του δεν κρυβόταν μόνο στα λόγια του. Ο ταβερνιάρης πραγματικά πίστευε ότι ο Χακίμ τις μάγευε με τα ξόρκια του. Έτσι μια μέρα όταν δεν τον έβλεπε κανείς, του έσκασε τα λάστιχα του ποδηλάτου μ’ έναν σουγιά, απ’ την ζήλια του. Ο Χακίμ, που φαντάστηκε ποιός του έκανε την ζημιά, έσυρε στεναχωρημένος το ποδήλατο μέχρι το συνεργείο. Ο μάστορας χρειάστηκε μερικές μέρες για να το φτιάξει κι έτσι ο ταβερνιάρης ησύχασε για λίγο. Μεθούσε τις τουρίστριες σφηνάκια τσίπουρο κι αυτές ζαλισμένες, χόρευαν συρτάκι και του έδιναν κανένα πεταχτό φιλί μέσα στα πυκνά του γένια. Όταν όμως ο Χακίμ γύρισε, η ζήλεια του μεγάλωσε, αφού τον παράτησαν κι έτρεξαν σε κείνον τον μάγο με την κελεμπία.
Τότε ο μαγαζάτορας αποφάσισε πως έπρεπε να κάνει κάτι πιο δραστικό για ν’ απαλλαγεί απ’ την παρουσία του. Ξεβίδωσε την πίσω ρόδα του ποδηλάτου του αντίζηλού για να το χαλάσει και να μην ξαναπατήσει στην παραλία. Δεν του πέρασε απ’ το μυαλό ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι σοβαρό. Ο Χακίμ δεν το πήρε είδηση και σε μια μεγάλη κατηφόρα, το ποδήλατο διαλύθηκε και κείνος βρέθηκε ξαπλωμένος στον δρόμο. Το αμάξι που ήταν πίσω του, ευτυχώς πρόλαβε και πάτησε το φρένο. Η οδηγός του, τον έβαλε στο πίσω κάθισμα και τον πήγε στο νοσοκομείο, γιατί ήταν άσχημα χτυπημένος.
Ο κόσμος στην παραλία ρωτούσε κάθε μέρα τον ταβερνιάρη για τον τύπο με την κελεμπία και κείνος τους πληροφορούσε για το ατύχημα που είχε και πού νοσηλευόταν. Έτσι το δωμάτιό του γέμισε κόσμο με μαγιό που έφερνε λουλούδια και του ευχόταν περαστικά. Πήγε και ο αντίζηλός του μετανιωμένος και του έδειξε απ’ το παράθυρο το ποδήλατο που τον περίμενε απ’ έξω μέχρι να γίνει καλά. Ένιωθε τύψεις για ότι είχε συμβεί και του το είχε επιδιορθώσει. Ο Χακίμ αμέσως τον συγχώρεσε γιατί είχε καλή καρδιά.
Όταν πήρε εξιτήριο και γύρισε στην παραλία, ο μαγαζάτορας του παραχώρησε μια γωνιά κάτω απ’ την σκιά της τέντας του, ανάμεσα στις ξαπλώστρες που νοίκιαζε, για να μοιράζει τα φυλακτά του και να μην κάθεται στον ήλιο. Ο Χακίμ, που ένιωσε υποχρεωμένος, δεν είχε κάτι άλλο να του δώσει κι έτσι του χάρισε μια λευκή κελεμπία. Ο μαγαζάτορας, μόλις την φόρεσε, ένιωσε σαν να ελάφρυνε το σώμα και η καρδιά του. Δεν ήταν μόνο το ύφασμα, ήταν σαν να κουβαλούσε την καλοσύνη του Χακίμ.
Εκείνος καθισμένος στη γωνιά του, μοίραζε συμβουλές και χαμογελούσε σιωπηλά. Δεν του άρεσε να εξηγεί. Δεν υπάρχει πάντα απάντηση στα “γιατί”. Πρέπει μόνος του να καταλάβει ο καθένας πως ότι δίνεις με καθαρή ψυχή, πάντα επιστρέφει. Έτσι γιατρεύεται η κακία. Η παραλία εκείνη έγινε τόπος όπου οι άνθρωποι δεν πήγαιναν μόνο για την θάλασσα και το φαγητό της ταβέρνας αλλά και για λίγη μαγεία και καλοσύνη.