

γ) Το τελευταίο Μυστήριο
Μόλις τελείωσε την στρατιωτική του θητεία και φυσικά ήταν άφραγκος. Παρ’ όλο που δεν είχε περάσει και πολύ καλά αυτό το διάστημα που υπηρετούσε γιατί τον κορόιδευαν, ο Βάγγος ο κεκές θα ‘θελε να παραμείνει στον στρατό και να κάνει καριέρα αξιωματικού. Είχε εξάλλου τα απαιτούμενα προσόντα. Ύψος 1.90 και την σωματική διάπλαση που χρειαζόταν, αλλά λόγω του προβλήματός του στην ομιλία, δεν του το επέτρεπαν.
Θυμήθηκε τότε τον φίλο του τον Κώτσο απ’ το χωριό, που πάντα τον βοηθούσε στις δύσκολες στιγμές και πήγε να τον βρει στο μαγαζί του. Ήταν ο ιδιοκτήτης της περίφημης “Τρικυμίας”. Το παλαιότερο αυτό μπαρ, όπου εκεί μέσα είχαν μεγαλώσει γενιές και γενιές, αφού πιο πριν το δούλευε ο συγχωρεμένος ο πατέρας του Κώτσου. Τώρα πια είχε περάσει στα δικά του χέρια.
– Σω-σώσε με Κω-κώτσο, σω-σώσε με! κλαψούρισε ο Βάγγος.
– Δανεικά δεν έχω να σου δώσω! Αλλά αν θες, πολύ ευχαρίστως έλα να δουλέψεις!
– Τε-τέλεια! Πο-πότε ξε-ξεκινάω;
– Αύριο τ’ απόγευμα. Και μην αργήσεις!
– Σ-σ’ ευχαριστώ ρε Κω-κώτσο! Ει-είσαι φι-φίλος! Τί φι-φίλος δη-δηλαδή α-αδελφός! είπε και τον αγκάλιασε συγκινημένος.
Στην αρχή ο Κώτσος τον έβαλε πίσω απ’ την μπάρα για να φτιάχνει ποτά. Το πόστο αυτό όμως ήταν απαιτητικό. Έπρεπε να είναι κοινωνικός και να μιλάει με τους θαμώνες αλλά ο Βάγγος ο κεκές δυσκολευόταν να συνεννοηθεί. Οι πελάτες δεν τον καταλάβαιναν εύκολα. Βλέπετε η ένταση της μουσικής ήταν πάντοτε πολύ δυνατή και ο Βάγγος δεν μιλούσε καθαρά.
– Τί-τί θα πα-πάρετε; ρωτούσε.
– Τί είπες; ξαναρωτούσε ο πελάτης που δεν άκουγε.
– Τί-τί θα πα- πάρετε λε-λέω; έλεγε ακόμη πιο δυνατά.
– Τί λες μωρέ και δεν καταλαβαίνω; γκρίνιαζε ο πελάτης.
– Τί-τί θα πα- πάρετε; έκανε όσο πιο δυνατά μπορούσε.
– Αααα! Τί θα πιώ; Ε πες το ρε άνθρωπε, μ’ έσκασες τόση ώρα! Ένα ουίσκι με λίγο πάγο. απαντούσε ο πελάτης, προσπαθώντας να μην γελάσει.
– Ε-έφτασε-σε! έλεγε ο Βάγγος.
Δεν ήταν και τόσο ευχαριστημένος εκεί μέσα, αλλά έπρεπε κάπως να επιβιώσει και προς το παρόν δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει. Λίγο καιρό αργότερα, ο Κώτσος, που είχε παρατηρήσει το πρόβλημα, τον έβαλε πορτιέρη. Εκεί δεν χρειαζόταν να λέει πολλά. Μόνο που τον έβλεπαν έτσι «φουσκωτό», οι καβγάδες σταματούσαν πριν καν ξεκινήσουν. Μια φορά που χρειάστηκε να πιαστεί στα χέρια με κάποιον πελάτη, τον έστειλε στο νοσοκομείο.
Όταν μια μέρα σχόλασε κι άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού για να φύγει, διαπίστωσε ότι είχε ήδη ξημερώσει και οι φυσιολογικοί άνθρωποι πήγαιναν στις δουλειές τους. Περπατούσε αφηρημένος ενώ σκεφτόταν ποια δουλειά θα μπορούσε να του ταιριάζει, όταν πέρασε τον δρόμο με κόκκινο. Ένα αγροτικό αυτοκίνητο που ξεκινούσε εκείνη την ώρα γιατί είχε ανάψει το πράσινο φανάρι γι’ αυτόν, παραλίγο να τον πατήσει.
– Συ-συγγνώμη φι-φίλε μου! Δι-δικό μου λα-λάθος! Εεεγωώ φταίω! Θα με με συγχωρε-ρέσεις;
– Και τί είμαι να σε συγχωρέσω δικέ μου; Παππάς; Άντε προχώρα να πάμε και μείς στις δουλειές μας!
Τα μάτια του Βάγγου άνοιξαν διάπλατα. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.
– Ο-όχι δεν ει-είσαι, αλλά ε-εγώ θα γι-γίνω! του είπε και φωτίστηκε σαν τυφλός που είδε, σαν αμαρτωλός που βρήκε νόημα στην μετάνοια.
Πήγε κατευθείαν στην εκκλησία για να βρει τον γέροντα, ο οποίος πριν πολλά χρόνια τον είχε βαφτίσει. Του μίλησε για την επιθυμία του να τον αντικαταστήσει επειδή τον φώτισε το Άγιο Πνεύμα. Ο γέροντας παραδέχτηκε πως ήταν πια μεγάλος σε ηλικία και έπρεπε να αποσυρθεί για να ξεκουραστεί, αλλά ήταν επιφυλακτικός λόγω του προβλήματος του Βάγγου με τον τραυλισμό. Κατέληξαν να πίνουν τσίπουρα στο καφενείο του χωριού, όπου εκεί, ο Βάγγος ο κεκές, έπεισε τον γέροντα και τελικά δέχτηκε να τον δοκιμάσει. Άρχισε αμέσως να διαβάζει με ζήλο τα θρησκευτικά κείμενα και πριν φτάσει η Κυριακή, ήταν έτοιμος για να δώσει τις “εξετάσεις” του.
– Εὐλόγησον, Δέσποτα. ξεκίνησε ο διάκονος.
– Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. συνέχισε ο Βάγγος, ο οποίος κατά έναν περίεργο τρόπο δεν τραύλισε καθόλου όση ώρα κράτησε η θεία λειτουργία.
Ο ιερέας εντυπωσιάστηκε που ο Βάγγος δεν κόμπιασε ούτε σε μια λέξη. Κάποιο θαύμα είχε συντελεστεί μπροστά στα μάτια του. Έτσι με τις ευλογίες του γέροντα ιερέα και του Θεού, ο Βάγγος ο κεκές, μεταμορφώθηκε στον πατέρα Ευάγγελο.
Αμέσως εξήγησε στον φίλο του τον Κώτσο την κατάσταση και κείνος έδειξε κατανόηση, γιατί πίστευε πολύ στον Θεό κι ας μην του φαινόταν.
– Μόνο κάνε μου μια χάρη! είπε ο Κώτσος. Έλα το ερχόμενο Σάββατο κανονικά στη δουλειά γιατί έχω ένα bachelor και θα μαζευτούν όλοι οι φίλοι του γαμπρού. Μη γίνει καμιά φασαρία!
– Μα α-αυτόν θα θα τον πα- παντρέψω ε-εγώ!
– Ε και τί έγινε; Πού ‘ναι το πρόβλημα;
– Που- πουθενά! Ε-εντάξει λοι- λοιπόν! θα ε-έρθω. συμφώνησε ο Βάγγος παρ’ όλο που την άλλη μέρα έπρεπε να τελέσει τον γάμο. Δεν ήθελε ν’ αφήσει ξεκρέμαστο τον φίλο του που τόσο πολύ τον είχε βοηθήσει.
Το πάρτι του γαμπρού κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Ο πατήρ Ευάγγελος φοβήθηκε πως αν πήγαινε στο σπίτι του για να ξεκουραστεί, δεν θα ξυπνούσε στην ώρα του και θα έχανε τον γάμο μαζί με την εκτίμηση του γέροντα. Έτσι αποφάσισε να πάει μέχρι το ερημικό ξωκλήσι όπου θα τελούσε το μυστήριο και να ξεκουραστεί εκεί, μες στο αυτοκίνητο, μέχρι ν’ αρχίσει ο κόσμος να έρχεται.
Ο δρόμος ήταν ανηφορικός και στενός. Στην κόψη της στροφής, ένα καντήλι έκαιγε μέσα στο μοναχικό εκκλησάκι, που χτίστηκε σαν τάμα ευγνωμοσύνης. Ο πατήρ Ευάγγελος άφησε το τιμόνι για να κάνει τον σταυρό του, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και να βρεθεί στον γκρεμό, αφού πρώτα έφερε τρεις τούμπες στον αέρα. Ο γάμος ματαιώθηκε και ξεκίνησαν όλοι μαζί, η νύφη, ο γαμπρός και οι συγγενείς να ψάχνουν τον παππά. Όταν τον βρήκαν μετά από ώρες, ήταν ήδη νεκρός. Κανείς δεν είχε όρεξη για γλέντια.
Ο ίδιος γέροντας ιερέας που είχε κάνει τη βάφτιση του Βάγγου του κεκέ, τώρα θα έκανε και την κηδεία του. Το ζευγάρι δεν παντρεύτηκε τελικά ποτέ, γιατί η νύφη θεώρησε κακό οιωνό το γεγονός ότι ο πατήρ Ευάγγελος που πήγαινε για να τελέσει τον γάμο τους, είχε τέτοιο τραγικό τέλος.