

Η σύσκεψη τελείωσε. Απ’ το γραφείο του δημάρχου Ν. Υορκαδίας βγήκαν έξι γυναίκες με ταγιέρ και αυστηρό καρέ μαλλί. Ακολούθησαν άλλοι τόσοι ατσαλάκωτοι άνδρες με κουστούμια και γραβάτες. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας παπάς, απ’ αυτούς κουβαλάνε πάνω τους χρυσαφικά που αξίζουν όσο μια μεζονέτα μπροστά στην θάλασσα, σε κάποιο κοσμοπολίτικο νησί του Αιγαίου.
Συζητούσαν με τον δήμαρχο για την ανάπλαση της κεντρικής πλατείας. Το όραμά του, που θα του χάριζε δόξα, ήταν να φτιάξει ένα πάρκο με γήπεδα τένις και γκολφ, καθώς επίσης κι ένα επιβλητικό σιντριβάνι. Η γραμματέας είχε ήδη υποβάλει την αίτηση και περίμενε την έγκριση απ’ την Ε.Ε. για να πάρουν τα κονδύλια για το έργο. Οι εκπρόσωποι του κλήρου, υποστήριζαν πως η πλατεία ήταν ιδιοκτησία της εκκλησίας επειδή βρισκόταν στο προαύλιο του ναού. Απαιτούσαν μάλιστα να την ονομάσουν πλατεία Αγίου Ευστρατίου, που ήταν ο πολιούχος του χωριού. Ο δήμαρχος της Ν. Υορκαδίας δεν μπορούσε να τους χαλάσει το χατίρι γιατί ήταν και αυτοί χρηματοδότες και έπρεπε να παραμείνουν ευχαριστημένοι.
“Και μην ξεχνάς τέκνον μου, να νηστεύεις μέχρι το πανηγύρι!” είπε ο παπάς στον δήμαρχο κουνώντας το δάχτυλο και ρούφηξε την κοιλιά του, που αν και φορούσε το μαύρο ράσο του, φαινόταν από μακριά. Συνέχισε υιοθετώντας έναν νεανίζοντα λόγο, επειδή κατ’ αρχάς μιλούσε με τον νεότερο δήμαρχο που είχε περάσει απ’ το χωριό, ο οποίος πολύ πρόσφατα είχε τελειώσει τις σπουδές του σαν γιατρός στην Αγγλία κι έπειτα γιατί και ο ίδιος είχε ζήσει κάποια χρόνια στην Ν. Υόρκη.
“By the way το budget για το πανηγύρι είναι very low φέτος, do something εν Χριστώ αδελφέ and hurry up please!” Και έδωσε απλόχερα την ευλογία του, την ώρα που ο δήμαρχος έσκυβε το κεφάλι για να φιλήσει ευλαβικά το παχουλό του χέρι που μύριζε κανέλα και κολλούσε απ’ την ζάχαρη άχνη της μπουγάτσας που καταβρόχθισε πριν λίγο.
Ο άνθρωπος που τόση ώρα καθόταν απ’ την αριστερή μεριά του καναπέ και που περίμενε υπομονετικά να φύγουν όλοι, μόλις τους είδε να βγαίνουν, σηκώθηκε όρθιος. Τότε μόνο φάνηκε πως δεν ήταν ντόπιος, ήταν απ’ την Παλιά Υορκαδία, αφού είχε ύψος 1,90. Πήγε δίπλα στον κοντό δήμαρχο, ο οποίος ήταν γέννημα θρέμμα του χωριού και του μίλησε:
– Καλημέρα δήμαρχε! Δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δύο λεπτά μόνο. Στα σύνορα του κτήματός μου με τον δρόμο έχει κάτι δέντρα, μάλλον πουρνάρια και πρέπει ο δήμος να τα…
– Άνθρωπέ μου, τον διέκοψε με αγένεια ο δήμαρχος της Ν. Υορκαδίας, πριν ο καημένος προλάβει να ολοκληρώσει την πρότασή του. Μου κάνετε πλάκα; Με περιμένει η νύφη και ο γαμπρός! Θ’ αφήσουμε τώρα τον γάμο για ν’ ασχολούμαστε με τα πουρνάρια σας; του είπε θρασύτατα και κατευθύνθηκε προς την αίθουσα τελετών, αφήνοντάς τον σύξυλο. Τί να κάνει και ο άνθρωπος, έφυγε άπραγος και ντροπιασμένος.
Ελάχιστα λεπτά πριν τελειώσει η τελετή, η πόρτα άνοιξε και μπούκαρε μέσα ο πατέρας του ειδικού συμβούλου, που λίγο πιο πριν είχε αφήσει την κλήση στα χέρια της γραμματέως. Δεν βρήκε την ίδια στο γραφείο της και έψαξε τον δήμαρχο. Μόλις τον είδε έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη της καμπαρντίνας και έβγαλε ένα δίκαννο. Όλοι πάγωσαν. Η νύφη έπιασε ενστικτωδώς την κοιλιά της. Ένας πόνος σαν μαχαιριά την διαπέρασε. Η γραμματέας έβγαλε μια κοφτή τσιρίδα, τρομάζοντας τα παιδιά που έπαιζαν.
– Άντε επιτέλους σε βρίσκω! είπε ο ηλικιωμένος άντρας στον δήμαρχο, ο οποίος είχε ιδρώσει απ’ τον φόβο του.
– Δεν έκανα τίποτα! ψέλλισε, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. Να το συζητήσουμε ήρεμα…, τόλμησε να πει, νομίζοντας πως θα του την ανάψει.
– Τί να συζητήσουμε μωρέ; Τρελάθηκες; Κατέβασε τα χέρια! Χαλασμένο είναι το ρημάδι! Πριν που ήρθα για να σβήσεις την κλήση, ξέχασα να στο αφήσω κι αυτό! και του έδωσε το δίκαννο. Είχα σταματήσει για να το πάω στον οπλουργό να το επισκευάσει και με γράψανε. Να, πάρ’ το και πήγαινέ το εσύ! του είπε και ο δήμαρχος της Ν. Υορκαδίας ησύχασε. Πήρε το όπλο και το ‘δωσε στην γραμματέα. Εκείνη φοβισμένη, το άφησε πάνω στο γραφείο.
Αφού ολοκληρώθηκε ο γάμος, οι καλεσμένοι άρχισαν ν’ αποχωρούν για να πάνε στην ταβέρνα, όπου θα γινόταν το γλέντι. Η νύφη έβγαλε τα τακούνια που της είχαν πληγώσει τα πόδια και φόρεσε τα αθλητικά της παπούτσια. Ένας δεύτερος πόνος πέρασε αστραπιαία. Ο γαμπρός έτρεξε στην τουαλέτα, γιατί δεν κρατιόταν άλλο.
Η ώρα είχε πάει τρεις. Οι υπάλληλοι του δημαρχείου είχαν σχολάσει. Το ζευγάρι μπήκε στο ασανσέρ, γιατί η νύφη δεν είχε κουράγιο να περπατήσει. Μαζί τους ήταν και ο δήμαρχος, που είχε μείνει αναγκαστικά τελευταίος. Πριν φτάσουν στο ισόγειο, το ασανσέρ σταμάτησε απότομα. Είχε κολλήσει ανάμεσα σε δυο ορόφους. Η νύφη πανικοβλήθηκε. Μια ακόμη σουβλιά την έκανε να διπλωθεί στα δύο. Ο γαμπρός προσπαθούσε να την καθησυχάσει. Ο δήμαρχος μάταια φώναζε για βοήθεια. Δεν ήταν κανείς στο δημαρχείο. Οι καλεσμένοι ήδη έτρωγαν στην ταβέρνα και οι υπάλληλοι στα σπίτια τους.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έσπασαν και τα νερά της νύφης.
– Παναγία μου εδώ θα γεννήσω!; κλαψούρισε. Δεν μπορεί! Κάποιος θα μας ψάξει! Άρχισε να παίρνει τις ανάσες που είχε μάθει, γιατί πλέον πονούσε πολύ. Ο γαμπρός έβγαλε το σακάκι του και το έστρωσε στο πάτωμα για να καθίσει η γυναίκα του. Το πουκάμισό του το ‘δωσε στον δήμαρχο, για να τυλίξει το μωρό μόλις έρθει. Δεν κοιτούσε γιατί δεν άντεχε τα αίματα. Ο δήμαρχος όμως μπορούσε. Άλλωστε είχε σπουδάσει ιατρική. Μπορεί βέβαια να μην είχε ξεγεννήσει άλλη φορά, αλλά κάτι παραπάνω ήξερε. “Γιατί μήπως όταν βγήκα δήμαρχος είχα προϋπηρεσία; Στου κασίδη το κεφάλι μαθαίνουν όλοι” σκέφτηκε και μπήκε κάτω απ’ το άσπρο φουστάνι της νύφης.
Όση ώρα την εμψύχωνε για να σπρώξει δυνατά, ο άντρας της, που ήταν ψηλός και έφτανε στην οροφή του ασανσέρ, προσπαθούσε ν’ ανοίξει το καπάκι για να βγει και να ζητήσει βοήθεια. Αφού δεν τα κατάφερε, ξεκίνησε να χτυπάει απεγνωσμένα την ατσάλινη πόρτα, μήπως κάποιος ακούσει. “Θεέ μου, βοήθα μας!” σκέφτηκε και έκανε τον σταυρό του.
Και το θαύμα έγινε. Ο αριστερός κύριος που ζητούσε απ’ τον δήμο να κόψει τα πουρνάρια απ’ το κτήμα του και ο δήμαρχος δεν του είχε δώσει σημασία, δεν πήγε στο χωριό του αλλά γύρισε πίσω για να ζητήσει εξηγήσεις. Μόλις κατάλαβε τί γινόταν μέσα στο ασανσέρ, τηλεφώνησε στην πυροσβεστική και στο ΕΚΑΒ.
Μετά από λίγη ώρα η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε. Το πρώτο κλάμα του μωρού ακούστηκε. Όχι όμως τόσο δυνατά όσο η κραυγή αηδίας του δημάρχου. Η πανάκριβη, καφέ ζακέτα του γέμισε αίματα και την στιγμή που η νύφη έδωσε την τελευταία, ηρωική σπρωξιά για να βγει το μωρό, η φύση λειτούργησε. Η φρέσκια κένωση πότισε τα χειροποίητα, δερμάτινα παπούτσια του δημάρχου. Η σιχαμάρα που ένιωσε ήταν τόσο έντονη, ώστε αποτυπώθηκε αμέσως στο πρόσωπό του.
– Συγγνώμη δήμαρχε, μου ξέφυγε! ψέλλισε η νύφη εξαντλημένη αλλά χαρούμενη που πήρε το νεογέννητο στην αγκαλιά της, τυλιγμένο στο πουκάμισο του γαμπρού. Ο νέος πατέρας δακρυσμένος, ευχαριστούσε τον σωτήρα τους και του φιλούσε τα χέρια. Τον ψηλό, αριστερό κύριο απ’ την Παλιά Υορκαδία, που ευτυχώς επέστρεψε και τους βρήκε. Εκείνος δεν σταμάτησε να γελάει, καθώς έβλεπε τον δήμαρχο λερωμένο απ’ την κορφή ως τα νύχια.
– Χα χα! Τί έγινε δήμαρχε; Μήπως έπρεπε να διαλέξεις τα πουρνάρια τελικά! είπε χαριτολογώντας.
– Με ειρωνεύεσαι άνθρωπέ μου; Τί γελάς; είπε εκείνος που θίχτηκε καθώς πρώτη φορά του μιλούσε κάποιος έτσι αληθινά. Είχε συνηθίσει στην σοβαροφάνεια τριγύρω του και τους κόλακες που του έλεγαν ψέματα για το πόσο καλά τα κάνει όλα.
– Τί να κάνω; Εγώ φταίω; απάντησε ο αριστερός κύριος. Σε αντίθεση με σένα το σύμπαν έχει χιούμορ!
Τέλος