Για να κλείσεις τραπέζι στην “Μάγισσα”, στο πιο διάσημο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, έπρεπε να γνωρίζεις τον μαγαζάτορα προσωπικά, αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να βρεις θέση.
Όταν έβγαινε στην πίστα η Μαρούλα Τσαμούρα, η αγαπημένη λαϊκή τραγουδίστρια, σταματούσαν τα πιρούνια πάνω απ’ τα πιάτα, τα ποτήρια έμεναν στον αέρα και όλο το μαγαζί σώπαινε. Όσοι πήγαιναν προς την τουαλέτα, στέκονταν ακίνητοι για να την ακούσουν. Οι άντρες την θαύμαζαν για το μπρίο της, ενώ οι γυναίκες την στραβοκοιτούσαν. Η φωνή της όμως, σαν το κελάηδισμα του αηδονιού, κατεύναζε τα πάθη.
Τα δύο μπουζούκια του μαγαζιού την διεκδικούσαν και της έστελναν λουλούδια στο καμαρίνι. Μια μέρα ο ένας της λέει:
– Τί τον θες αυτόν τον ξεκούρδιστο πλάι σου; Εγώ δεν σου φτάνω;
– Είναι καλό παιδί! Μην μιλάς έτσι για τον συνάδελφό σου!
– Άμα είναι καλό παιδί, να του πάρουμε μια πάστα! ειρωνεύτηκε εκείνος.
– Εσύ είσαι τέλειος δηλαδή; τον ρώτησε η Μαρούλα.
– Δεν θέλω να το παινευτώ, αλλά εγώ είμαι Σι φυσικό! Μάστορας στο μπουζούκι, ενώ αυτός δεν ξέρει την τύφλα του! Σι μπεμόλ! Ανίκανος εντελώς!
Η Μαρούλα ξεκαρδίστηκε στα γέλια με την μουσική αυτή παρομοίωση, που στην πιάτσα την χρησιμοποιούσαν συχνά οι οργανοπαίχτες για να δηλώσουν το άχρηστο άτομο. Σε αντίθεση με το Σι φυσικό που στην μάγκικη αργκό δήλωνε τον ντόμπρο άντρα. Από τότε έγιναν ζευγάρι με τον Γιώτη Σαμιώτη, που έπαιζε τόσο καλά το μπουζούκι του, που ακόμη κι όταν το κούρδιζε, ο κόσμος το απολάμβανε. Μπορούσε να τους κάνει να κλαίνε με μια πενιά, αλλά και να σεκλετίζονται με τα τραγούδια του, που μιλούσαν για άπιστες γυναίκες και απαγορευμένους έρωτες. Η Μαρούλα στεκόταν πάντα ένα βήμα πιο πίσω. Έτσι ερχόταν η ισορροπία στην σχέση τους, γιατί και οι δύο ήταν μεγάλα ονόματα και θα μπορούσαν πολύ εύκολα να τσακωθούν για την μαρκίζα.
Εκείνη την Κυριακή ξύπνησαν με το ζόρι και ξεκίνησαν απ’ το μικρό διαμερισματάκι που έμεναν, για να πάνε στην εκκλησία για να παντρευτούν. Λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης της Μαρούλας, δεν έπαιρνε άλλη αναβολή. Στον ναό, τους περίμενε η ορχήστρα, δίχως το Σι μπεμόλ μπουζούκι, οι κοπέλες που έκαναν δεύτερες φωνές, τα γκαρσόνια και φυσικά το αφεντικό, που έγινε κουμπάρος. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν η οικογένειά τους.
Πήραν και τον φωτογράφο του μαγαζιού για να απαθανατίσει την στιγμή, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Έκανε κάποιο λάθος αργότερα, καθώς εμφάνιζε τις φωτογραφίες στο σκοτεινό δωμάτιο και κάηκε το φιλμ. Ούτε μία δεν σώθηκε.
– Άλλος Σι μπεμόλ μας βρήκε! είχε πει τότε ο Γιώτης.
– Μα πώς έγινε αυτό; απορούσε η Μαρούλα. Τί θα κάνουμε τώρα;
– Δεν θα τον πάρουμε στην βάφτιση! της απάντησε.
– Όχι φυσικά! Θα πω σ’ έναν άλλον καλύτερα, όταν έρθει εκείνη η ώρα, για να ‘μαστε σίγουροι.
Είχε στεναχωρηθεί βέβαια και ο φωτογράφος πολύ μ’ αυτό το λάθος και τους είχε προτείνει μια λύση. Να πάνε κάποια άλλη μέρα στο φωτογραφείο του, ντυμένοι όπως ήταν στον γάμο, για να βγάλουν καινούργιες φωτογραφίες, αλλά το ζευγάρι δεν ήθελε. Έτσι έμειναν δίχως γαμήλια αποδεικτικά στοιχεία.
Η Μαρούλα φορώντας όλο και πιο φαρδιά ρούχα για να κρύβει την εγκυμοσύνη της, συνέχισε να τραγουδάει στην “Μάγισσα”. Πάντα δίπλα στον άντρα της πλέον, μέχρι το βράδυ που γέννησε. Βρισκόταν πάνω στην πίστα, που ήταν γεμάτη από κόσμο που χόρευε, όταν γλίστρησε και παραλίγο να σωριαστεί κάτω. Ο Γιώτης που την είδε και ανησύχησε, της είπε απ’ το μικρόφωνο:
– Πρόσεχε Μαρούλα, θα πέσεις!
– Η Μαρούλα Τσαμούρα έπεσε μόνο στην αγκαλιά σου! του απάντησε και κείνος της έκλεισε το μάτι πονηρά.
Έκανε νόημα στα γκαρσόνια να σφουγγαρίσουν και τότε μόνο διαπίστωσε ότι της είχαν σπάσει τα νερά.
– Γιώτη γεννάω. πρόλαβε να πει. Πάρ’ το πάνω σου! εννοώντας το υπόλοιπο πρόγραμμα του μαγαζιού. Κάλυψε τον Σι μπεμόλ! και γέλασε μες στον πόνο της.
Πριν καταλάβουν οι θαμώνες τί έγινε, η Μαρούλα είχε πάει στο καμαρίνι της. Εκεί την έπιασαν πιο δυνατοί πόνοι. Ο Γιώτης έπαιξε σόλο μπουζούκι και ο κόσμος τον ευχαρίστησε μ’ ένα παρατεταμένο χειροκρότημα. Έτσι δεν ακούστηκαν οι φωνές της Μαρούλας, ούτε το κλάμα του μωρού την στιγμή που γεννήθηκε, με τη βοήθεια ενός γιατρού, που είχε έρθει ως πελάτης και κατέληξε να παρίσταται στον τοκετό της τραγουδίστριας.
Η Μαρούλα την επόμενη κιόλας μέρα παράτησε τις πίστες, αφήνοντας πίσω έναν μαγαζάτορα στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Έμεινε στο σπίτι για να μεγαλώσει την κόρη τους, την Μέλπω. Όταν ήταν μικρή, ζητούσε απ’ την Μαρούλα να της λέει ιστορίες απ’ την “Μάγισσα” και να της τραγουδάει, όση ώρα έβλεπαν μαζί φωτογραφίες. Μετά άνοιγαν το άλμπουμ απ’ την βάφτισή της και της εξιστορούσε πως παραλίγο να γεννηθεί πάνω στην πίστα. Ο γιατρός που ξεγέννησε την Μαρούλα, έγινε τελικά ο νονός της Μέλπως, μιάς και ο μαγαζάτορας είχε θυμώσει.
Αυτό όμως δεν την πείραζε και τόσο, όσο το γεγονός πως δεν υπήρχε ούτε μία φωτογραφία απ’ τον γάμο τους, για να τις δείξει στην Μέλπω. Έτσι κάθε φορά που μιλούσαν για κείνη την ημέρα, της έφερνε το νυφικό που φορούσε τότε, της το έβαζε πάνω απ’ τα ρούχα και η μικρή ήταν τρισευτυχισμένη κι ας σερνόταν στο πάτωμα, γιατί της ήταν μακρύ. “Όταν παντρευτείς, θα στο δώσω” της υποσχόταν η μαμά της.
Τα χρόνια πέρασαν κι έφτασε αυτή η στιγμή που ο Γιώτης οδήγησε την κόρη τους στην εκκλησία για να παντρευτεί. Η Μαρούλα την καμάρωνε. Η Μέλπω έλαμπε μέσα στο καλοδιατηρημένο νυφικό της μάνας της, καθώς ο φωτογράφος συγκρατούσε την κάθε στιγμή.

