
Γράφει η Ντιάνα Τσερβονίδου
Η Ξάνθη είναι μια πόλη με πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά. Πίσω όμως από τις όμορφες εικόνες της Παλιάς Πόλης και των διατηρητέων κτιρίων κρύβεται μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα πιο εμφανής, καθώς δεκάδες ακίνητα παραμένουν κλειστά, εγκαταλελειμμένα ή αναξιοποίητα.
Σε πολλές γειτονιές, ιστορικά κτίρια που άλλοτε φιλοξενούσαν κατοικίες, εμπορικά καταστήματα ή εργαστήρια έχουν αφεθεί στη φθορά του χρόνου. Οι σοβάδες πέφτουν, οι αυλές γεμίζουν αγριόχορτα και οι φθορές αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο, δημιουργώντας όχι μόνο μια εικόνα εγκατάλειψης αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις, και ζητήματα δημόσιας ασφάλειας.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την αισθητική της πόλης. Κάθε αναξιοποίητο ακίνητο αποτελεί μια χαμένη ευκαιρία για ανάπτυξη. Θα μπορούσε να μετατραπεί σε κατοικία για νέους ανθρώπους, σε χώρο πολιτισμού, σε ξενώνα, σε εργαστήριο δημιουργικών επαγγελμάτων ή σε σημείο επιχειρηματικής δραστηριότητας που θα έδινε νέα πνοή στην τοπική οικονομία.

Οι λόγοι που οδηγούν στην εγκατάλειψη είναι πολλοί, ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες, υψηλό κόστος αποκατάστασης, γραφειοκρατικές διαδικασίες και δυσκολίες στην αξιοποίηση διατηρητέων κτιρίων. Ωστόσο, αρκετές ελληνικές πόλεις έχουν αποδείξει ότι, με συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων, τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να αποδώσουν σημαντικά αποτελέσματα.
Η Ξάνθη διαθέτει ταυτότητα που ξεχωρίζει. Η διατήρηση της αρχιτεκτονικής της κληρονομιάς δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού προς το παρελθόν, αλλά και επένδυση για το μέλλον. Μια πόλη που αναδεικνύει τα ιστορικά της κτίρια ενισχύει τον τουρισμό, προσελκύει επενδύσεις και δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για τους κατοίκους της.
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, θα συνεχίσουν τα εγκαταλελειμμένα κτίρια να θυμίζουν όσα χάθηκαν στο διάβα του χρόνου ή θα αποτελέσουν την αφετηρία για μια νέα εποχή «αναγέννησης» της Ξάνθης; Η απάντηση απαιτεί σχέδιο, συνεργασία και πολιτική βούληση, ώστε η ιστορία της πόλης να γίνει μοχλός ανάπτυξης και όχι μνημείο αδράνειας.
Fonitisxanthis.gr