

Μόλις άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ, τα παιδιά ξεχύθηκαν με λευκά μπαλόνια δεμένα στα χέρια τους. Έπειτα βγήκε ο γαμπρός, φορώντας ένα μαύρο κουστούμι. Κρατούσε μια πλαστική σακούλα, εντελώς αταίριαστη με το υπόλοιπο look του. Μέσα είχε αθλητικά παπούτσια, τα οποία σίγουρα θα φορούσε αργότερα η νύφη. Εκείνη εμφανίστηκε τελευταία, μ’ ένα άσπρο φουστάνι. Κρατούσε μια ανθοδέσμη με κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Περπατούσε αργά γιατί φοβόταν μην τυχόν και στραβοπατήσει και πέσει. Αν και είχε μπει στον μήνα της, δεν αποχωριζόταν τα δωδεκάποντα τακούνια επειδή δεν ήθελε να φαίνεται κοντή. Φυσικά ο άντρας που θα την παντρευόταν σε λίγη ώρα, την αγάπησε έτσι όπως ήταν. Στο κάτω κάτω όλοι οι κάτοικοι της Νέας Υορκαδίας, της γενέτειράς της, ήταν κοντοί, με πρώτον και καλύτερο τον δήμαρχο. Υπήρχαν όμως στο δημαρχείο και οι συγγενείς του μελλοντικού της συζύγου και οι καλεσμένοι τους, οι οποίοι ήταν όλοι ψηλοί, γιατί ήταν απ’ το διπλανό χωριό, την Παλιά Υορκαδία.
Οι φίλες της είχαν ανεβεί απ’ τις σκάλες λίγο πιο πριν για να την περιμένουν. Δεν πήραν το ασανσέρ επειδή φοβήθηκαν. Κάποιος υπάλληλος του δημαρχείου τους είχε ενημερώσει ότι μόλις χτες το επισκεύασαν. Όταν την είδαν να βγαίνει, ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Η κοντή, ξανθιά γραμματέας κι αυτή απ’ το ίδιο χωριό, χαμογελαστή όπως πάντα, τους οδήγησε στην αίθουσα του Δημαρχείου όπου θα γινόταν ο πολιτικός γάμος. Οι μελλόνυμφοι δεν είχαν καταφέρει να βρουν μια ημερομηνία νωρίτερα, δηλαδή πριν η νύφη βαρύνει τόσο, γιατί δεν είχαν βάλει κάποιο μέσο. Ακόμη και για να παντρευτούν, χρειαζόταν να έχουν κάποια γνωριμία εκεί μέσα, για να σπρώξει το θέμα τους.
Στο σαλόνι του δημαρχείου, κάθονταν δυο άντρες.
– Κι εσείς είστε για την τελετή; ρώτησε η γραμματέας.
– Όχι. Τον δήμαρχο περιμένω. απάντησε αυτός που καθόταν απ’ τ’ αριστερά του καναπέ και συμφώνησε κι ο άλλος μαζί του.
– Έχει συμβούλιο αυτήν την στιγμή και σε λίγο θα κάνει έναν γάμο. Οπότε μάλλον δεν θα προλάβει να σας δει σήμερα. είπε η γλυκύτατη κατά τα άλλα γραμματέας, δήθεν λυπημένη, που είχε συνηθίσει να διώχνει τον κόσμο ευγενικά.
– Εγώ θα περιμένω. είπε ξανά ο αριστερός κύριος.
– Όπως νομίζετε! στραβομουτσούνιασε η γραμματέας, που παρά τις φιλότιμες προσπάθειές της, δεν κατάφερε να τον απομακρύνει. Έχετε ένα έγγραφο μ’ αυτά που ζητάτε;
– Ναι έχω. Μου το είχατε πει την προηγούμενη φορά που ήρθα και το ‘κανα.
– Αριθμό πρωτοκόλλου έχετε πάρει;
– Όχι δεν μου το είπε κανείς αυτό!
– Πρέπει να πάτε κάτω και να βγάλετε έναν. Μετά ξανάρχεστε.
Ο κύριος απ’ τα δεξιά, σηκώθηκε νευριασμένος κι έφυγε βρίζοντας χαμηλόφωνα. Ο άλλος απ’ τ’ αριστερά πήγε να βρει το πρωτόκολλο.
Η γραμματέας κάθισε στην θέση της. Κάτι έγραψε στον υπολογιστή και μετά, παίρνοντας ένα κριτσίνι απ’ το συρτάρι, σήκωσε το τηλέφωνο. “Έλα Γωγώ μου. Ναι τώρα άδειασα και σε παίρνω. Ναι καλέ είδα την κλήση σου πριν, αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω. Είχα κόσμο. Πολύ δουλειά Γωγώ μου σήμερα. Τί να σου λέω! Ναι, ναι. Τί μαγείρεψες; Ααα έχω να κάνω χρόνια! Βλέπεις δεν τις τρώνε τις φακές. Και πόσο μ’ αρέσουν! Αλλά κρίμα είναι να τις κάνω μόνο για μένα! Θα τους τηγανίσω κανένα αυγουλάκι όταν γυρίσω και λουκάνικα. Ναι, ναι. Δεν θα ξεκουραστώ καθόλου. Δεν προλαβαίνω! Έχουμε κι αυτή την εκπαίδευση το απόγευμα. Τουλάχιστον είναι διαδικτυακά! Ουφ πια! Να μαθαίναμε και τίποτα!” Και καθώς γελούσε, ίσα που πρόλαβε να σταματήσει έναν ηλικιωμένο άνδρα που μπήκε φουριόζος. Φορούσε μια κρεμ καμπαρντίνα, που τον έκανε να δείχνει ακόμη πιο κοντός απ’ ότι ήταν. Κρατούσε ένα κίτρινο χαρτί στο χέρι και κατευθύνθηκε προς την κλειστή πόρτα που οδηγούσε στο γραφείο που γινόταν το συμβούλιο.
– Περιμένετε κύριε! Πού πάτε; είπε η γραμματέας.
– Στον δήμαρχο. Δεν είναι μέσα; την ρώτησε απότομα.
– Μέσα είναι αλλά έχει συμβούλιο.
– Αα καλά! Πες του λίγο ότι τον θέλω.
– Λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να τον διακόψω. Τέτοια εντολή έχω. Να μην τον ενοχλώ όταν συνεδριάζει.
– Ναι αλλά εμένα μ’ έγραψε η αστυνομία. Να του πεις να μου σβήσει την κλήση.
– Αφήστε την εδώ στο γραφείο και θα τον ενημερώσω όταν τελειώσει.
– Ξέρεις ποιος είμαι γω ε; την ρώτησε όλο αλαζονεία.
– Μα φυσικά! του απάντησε εκείνη και ο ηλικιωμένος, ο οποίος ήταν ο πατέρας ενός εκ των ειδικών συμβούλων του Δημάρχου, έφυγε ήσυχος. Δεν μπήκε στο ασανσέρ γιατί είχε βγάλει το κινητό και μιλούσε στον γιο του και δεν ήθελε να χαθεί το σήμα. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες ακουγόταν: “Ναι ρε Θανάση, την άφησα την κλήση εκεί στην κοπέλα σε λέω. Θα την βρεις!” και μετά η φωνή του χάθηκε.
Η γραμματέας ξανάπιασε το ακουστικό και αποχαιρέτησε την φίλη της που ακόμα δεν είχε κλείσει το τηλέφωνο, την ώρα ακριβώς που το κεφάλι του δημάρχου ξεπρόβαλλε απ’ την συρόμενη πόρτα που τους χώριζε.
– Θα μου φέρεις έναν καφέ όπως τον παίρνω και μια ακόμη μερίδα μπουγάτσα με κρέμα; της ζήτησε.
– Βεβαίως δήμαρχε αμέσως. και σήκωσε το τηλέφωνο για να παραγγείλει.
– Εμένα περιμένετε; γύρισε και ρώτησε έπειτα τον κύριο ο οποίος συνέχιζε να κάθεται στην αριστερή μεριά του δερμάτινου καναπέ αν και η δεξιά ήταν πλέον άδεια.
– Ναι. είπε εκείνος, που προτίμησε ν’ απαντήσει έτσι μονολεκτικά στην ανόητη αυτή ερώτηση. Αν είχε μεγαλύτερη οικειότητα ή όρεξη για καβγά θα έλεγε: “όχι το τρόλεϊ”, αλλά δεν ήθελε να ξεκινήσουν στραβά. Βέβαια μετά θα το μετάνιωνε, αλλά τότε θα ήταν αργά. Τώρα είχε ανάγκη τον δήμαρχο της Νέας Υορκαδίας, για να τελειώσει την υπόθεσή του. Ο αριστερός κύριος καταγόταν απ’ το διπλανό χωριό, την Παλιά Υορκαδία αλλά είχε κληρονομήσει ένα κτήμα από τον θείο του εκεί στην Νέα Υορκαδία και δεν μπορούσε να πηγαινοέρχεται κάθε μέρα και να ψάχνει τον δήμαρχο.
– Έχω συμβούλιο μέσα. Και μετά έναν γάμο. Μήπως να έρθετε αύριο καλύτερα; πρότεινε τότε ο δήμαρχος, τον οποίο είχε προλάβει και είχε ενημερώσει η γραμματέας μ’ ένα μήνυμα.
– Δεν πειράζει. Έχω χρόνο. Θα περιμένω. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω αύριο να ξανάρθω για τρίτη φορά. Ότι γίνει σήμερα. απάντησε ο αριστερός κύριος και ο πολυάσχολος δήμαρχος της Νέας Υορκαδίας ξαναμπήκε μέσα στο γραφείο του, για να συνεχίσει την σύσκεψη.
Συνεχίζεται…