Τον έλεγαν Μανώλη, αλλά το χαϊδευτικό του ήταν “man”, παρμένο απ’ την μάρκα του λεωφορείου που οδηγούσε εδώ και αρκετό καιρό. Είχε όμως κουραστεί σ’ αυτή την δουλειά. Όχι απ’ το τιμόνι, αλλά απ’ την συμπεριφορά των ανθρώπων που κουβαλούσε. Ο καθένας του έλεγε το κοντό του και το μακρύ του κάθε μέρα και του ζάλιζαν το κεφάλι. Έτσι αποφάσισε να παρατήσει το λεωφορείο, να πάρει δάνειο και ν’ αγοράσει την δική του νταλίκα. Έτσι κι αλλιώς, τα ταξίδια του άρεσαν. Τώρα θα πληρωνόταν για να τα κάνει.
Οι γονείς του, που δεν τον πολυεμπιστεύονταν με τα οικονομικά, μπήκαν εγγυητές, βάζοντας υποθήκη το σπίτι τους, αν και είχαν άλλα σχέδια για τον ρέμπελο γιο τους. Ήθελαν να παντρευτεί την Γερασιμούλα, μια καλή και τίμια κοπέλα απ’ το χωριό τους, η οποία τον αγαπούσε από μικρή και να τους κάνουν πολλά εγγόνια, αλλά δεν μπορούσαν να τον αναγκάσουν. Τους υποσχέθηκε πάντως πως όταν επιστρέψει μια μέρα, θα την πάρει για γυναίκα του.
Μια μέρα κι ενώ ο Μανώλης πήγαινε με την νταλίκα του προς το Μόναχο, κουβαλώντας φρούτα και λαχανικά, χτύπησε το τηλέφωνό του. Η μητέρα του που νοσηλευόταν σε μια ιδιωτική κλινική, άφησε την τελευταία της πνοή. Δίχως να το σκεφτεί στιγμή, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Το εμπόρευμα χάλασε και δεν πληρώθηκε για το δρομολόγιο που άφησε στην μέση. Έγινε η κηδεία και πάνω στα εννιάμερα, έχασε και τον πατέρα του απ’ την καρδιά του, που δεν άντεξε τον χαμό της γυναίκας του.
Το διπλό αυτό πένθος, καταρράκωσε τον Μανώλη και τον έβγαλε απ’ το πρόγραμμά του. Τα νοσήλια και τα χρήματα για τις κηδείες τον γονάτισαν. Αφού δεν είχε εισόδημα, δεν μπορούσε πλέον ν’ αποπληρώσει τις δόσεις, με αποτέλεσμα το δάνειο να κηρυχθεί κόκκινο.
Ο καιρός περνούσε και τα χρέη συσσωρεύονταν. Όταν ο Μανώλης συνήλθε κάπως απ’ το σοκ των θανάτων και συνειδητοποίησε σε τι δύσκολη θέση βρισκόταν, αποφάσισε να ζητήσει απ’ την τράπεζα να κάνουν διακανονισμό. Βρήκε μια δουλειά κι άρχισε να πληρώνει πάλι τις δόσεις, για να μην χάσει το σπίτι. Όπως τα υπολόγιζε, τα λεφτά που θα έδινε στο τέλος, θα ήταν πολύ περισσότερα απ’ το αρχικό ποσό που είχε δανειστεί και από την τιμή του σπιτιού. Κόντευε να τρελαθεί με τα νούμερα. Πώς είχε μπλέξει έτσι με το σύστημα; Ευτυχώς που δεν ζούσαν οι γονείς του να τον δουν. Μόνο στην Γερασιμούλα μπορούσε να μιλήσει, η οποία ήταν πάντα στο πλευρό του.
– Πόσο ακόμη θα πληρώνω; παραπονέθηκε! Με πιάσανε κορόιδο! Βαρέθηκα με τις τράπεζες! Έτσι μου ‘ρχεται να τους χαρίσω το σπίτι.
– Έλα βρε Μανώλη μου! Μην στεναχωριέσαι! Κάτι θα γίνει! Όλος ο κόσμος τα ίδια τραβάει. Δεν ακούς;
– Μωρέ ας είχα εγώ λεφτά και ήξερα τι να κάνω! Θα το ξεγελούσα εγώ το σύστημα που μας πίνει το αίμα!
– Δηλαδή; Τι θα ‘κανες;
– Καταρχάς θα σταματούσαν να πληρώνω! Έτσι το σπίτι θα έβγαινε σε πλειστηριασμό. Έπειτα θα έβαζα έναν έμπιστο άνθρωπό μου, να καλή ώρα σαν εσένα, που είμαι σίγουρος ότι δεν θα με κλέψει και θα το χτυπούσε. Όχι όμως απ’ την αρχή! Στον τρίτο, τέταρτο πλειστηριασμό, που θα έχει πέσει η τιμή του. Τότε θα το αγόραζε για λογαριασμό μου σχεδόν τζάμπα!
– Το πρόβλημά σου δηλαδή είναι μόνο τα λεφτά; Όλα τ’ άλλα τα έχεις σκεφτεί; Είναι πολύ ριψοκίνδυνο σχέδιο. Εγώ αν θες μπορώ να βοηθήσω.
– Ε, φυσικά τα χρήματα! Ποιο άλλο! Μήπως τι έχω να χάσω; Αφού βάλθηκαν να μου πάρουν το σπίτι και έτσι όπως πάνε τα πράγματα θα τα καταφέρουν. Όπως με πάτησε το σύστημα, έτσι θα το πατήσω και εγώ κάτω! Αλλά…
– Ξέρεις Μανώλη οι γονείς σου μ’πως και γω σ’ αγαπούσα από παλιά και ακόμη σ’ αγαπώ. Και τους είχα υποσχεθεί πως θα σε παντρευτώ. Αλλά βλέπεις όλα έχουν έρθει ανάποδα. Και δεν έχω ώρα για τέτοια. Άλλωστε τι να με κάνεις έτσι απένταρο; Σκεφτόμουν πρώτα να ορθοποδήσω και μετά να σε ζητήσω.
– Ωωω man! Ποτέ δεν μου είχες μιλήσει για τα σχέδιά σου! Νομίζω πως ήρθε η ώρα να σου πω το μυστικό που κρατάω.
– Τι λες Γερασιμούλα; Τι μυστικό; Με τρομάζεις!
– Όχι όχι! Για καλό είναι. Άκου λοιπόν. Οι γονείς σου πριν πεθάνουν, μου εμπιστεύτηκαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Μου ζήτησαν να το χρησιμοποιήσω μόνο αν καταστεί μεγάλη ανάγκη. Κι εγώ το κράτησα. Μου είπαν ακόμη να σ’ αφήσω να τα χάσεις όλα, να φτάσεις στον πάτο, για να σε «συνετίσω». Τώρα όμως νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να σου δώσω ότι σου ανήκει.
Ο Μανώλης την κοιτούσε αποσβολωμένος. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Πήρε μια βαθιά ανάσα, αγκάλιασε την Γερασιμούλα και τη φίλησε. Δίχως πολλά λόγια, η συμφωνία έκλεισε, όπως τα είχε στο μυαλό του ο man.
Ευτυχώς ήταν τυχεροί και τα πράγματα ήρθαν όπως τα υπολόγιζαν. Δεν έδειξαν ενδιαφέρον για το σπίτι. Στον δεύτερο, η τιμή του ακινήτου έπεσε. Στον τρίτο πλειστηριασμό, η Γερασιμούλα το αγόρασε. Λίγες μέρες μετά, καθόταν στον καναπέ του συμβολαιογράφου. Άνοιξε την τσάντα της και πήρε ένα τυροπιτάκι που είχε μέσα. Απ’ το πρωί είχε να φάει κάτι, γιατί όλη μέρα έτρεχε για δουλειές. Είχε ραντεβού με τον γιατρό που την παρακολουθούσε και μετά χάζευε στις βιτρίνες τα νυφικά, ανυπομονώντας να φορέσει το δικό της. Μόλις το κατάπιε, η πόρτα του γραφείου άνοιξε. Μπήκε και υπέγραψε τα τελευταία χαρτιά. Το σπίτι ήταν και επίσημα πια δικό της.
Η Γερασιμούλα χτύπησε το κουδούνι αλλά πριν ανοίξει η πόρτα, έβαλε το δικό της κλειδί.
– Όλα εντάξει! Ο man “νίκησε” το σύστημα! του είπε και έπεσε στην αγκαλιά του.
– Ναι! Το “νικήσαμε”! φώναξε κι αυτός και την σήκωσε ψηλά ενθουσιασμένος, που η ζωή του πλέον άρχισε να στρώνει. Το μόνο που μας μένει, είναι να κάνουμε τον γάμο! συνέχισε, αλλά η Γερασιμούλα δεν απάντησε. Τι έγινε; την ρώτησε. Μήπως το μετάνιωσες;
– Όχι βέβαια. Δεν είναι αυτό. έκανε διστακτικά.
– Τότε;
– Να υπάρχει ακόμη ένα μυστικό.
– Τι; Μου άφησαν κι άλλα λεφτά; ρώτησε ο Μανώλης και γέλασε δυνατά.
– Περίπου. Αλλά…
– Ε, πες μου! Μη με σκας! Τι συμβαίνει; Εσύ χλόμιασες!
– Δεν ήθελα να στο πω σήμερα και να σου χαλάσω την ημέρα. Αλλά πρέπει να ξέρεις.
– Τι να ξέρω; Λέγε!
Η Γερασιμούλα συνέχισε, δίχως ο Μανώλης να την διακόψει ξανά.
– Δεν έχω κανέναν άλλον σ’ αυτή τη ζωή. Μόνο εσένα. Και ήθελα τον χρόνο που μου απομένει, να τον περάσω σε μια οικογενειακή ψευδαίσθηση. Είμαι άρρωστη Μανώλη και δεν θα ζήσω για πολύ ακόμη.
Μια σιωπή απλώθηκε που κατάπιε την χαρά. Η Γερασιμούλα ήταν αυτή που ξαναμίλησε μετά την παύση.
– Το καλό για σένα είναι ότι έσωσες το σπίτι σου, αλλά και δεν θα ξανανησυχήσεις για τα λεφτά. Μετά το θάνατό μου, αφού θα είσαι ο σύζυγός μου, θα δικαιούσαι την αποζημίωση απ’ την ασφάλεια ζωής που είχα κάνει.
Ο Μανώλης μούδιασε ολόκληρος. Μπορεί να “νίκησε” το σύστημα αλλά όχι τη ζωή. Όσο κι αν προσπαθείς, τελικά κάπου θα χάσεις.

