Τα χρόνια πέρασαν και ο Άκης μεγάλωσε. Ήταν στην ηλικία που μπορούσε πλέον ν’ ανοίξει τον φάκελο με τις απαντήσεις που του είχε εμπιστευτεί ο Νέστορας. Του ήταν όμως επώδυνο ν’ αφήσει πίσω τη γυναίκα, τα παιδιά και τα εγγόνια του, για να κάνει αυτό το ταξίδι στον χρόνο.
Περίεργες σκέψεις κατέκλυζαν το μυαλό του, που τον έκαναν να θέλει να σκίσει τα χαρτιά με τις σημειώσεις και να τα παρατήσει όλα. Κι αν συνέβαινε μια αναποδιά και δεν ξαναγυρνούσε; Στο κάτω κάτω του φαινόταν τόσο μακρινό εκείνο το όνειρο που είχε, όταν ήταν νέος. Δεν κόπιασε μια ζωή ψάχνοντας στις εξισώσεις, για να κάνει αυτό το μακρινό ταξίδι. Από τη μια δεν το λαχταρούσε. Είχε την αίσθηση πως κάποιος άλλος ήταν αυτός που του έφερε έτοιμη τη λύση και τον είχε συμβουλέψει πώς να συνεχίσει τη ζωή του. Από την άλλη δεν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγματα, γιατί στην ουσία ήταν ο ίδιος άνθρωπος και είχε τις ίδιες επιθυμίες. Τώρα ο Άκης έπρεπε να κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει τότε στον Νέστορα και να ταξιδέψει στο παρελθόν. Ίσως να μπορούσε να προειδοποιήσει τη νεότερη εκδοχή του, έτσι ώστε να μην φτάσει στη θέση του διλήμματος που βρισκόταν τώρα ο ίδιος.
Ήρθε η μέρα που θα έκλεινε 70 χρόνια ζωής. Ο Άκης πήρε τις σημειώσεις και πήγε στο ποτάμι, έξω απ’ την πόλη, όπως τον είχε συμβουλέψει ο Νέστορας. Μόλις τις διάβασε, ένιωσε πως φωτίστηκε. Όλα έγιναν πιο καθαρά. Ναι, αυτό το μυστικό τελικά άξιζε πολλές θυσίες, αρκεί να ήξερες να το αποκωδικοποιήσεις. Σιγά σιγά ο ήχος του νερού κάλυψε τα πάντα. Ακόμη και τις μπερδεμένες σκέψεις. Έκλεισε τ’ αυτιά με τις παλάμες, γονάτισε στην όχθη και ακολούθησε νοερά τη βουή. Έμεινε ακίνητος, σαν να προσκυνούσε τον Θεό που του φανερώθηκε.
Όταν άνοιξε τα μάτια, βρισκόταν έξω απ’ το κτήριο του Πανεπιστημίου όπου κάποτε σπούδαζε. Ήταν η σειρά του πλέον να δει τον εαυτό του ως νεαρό φοιτητή. Ένιωσε το σκηνικό και οι διάλογοι να επαναλαμβάνονται, μα τώρα πια ήταν αυτός που κουβαλούσε τη γνώση. Έκανε πως σκόνταψε. Η κουβέντα με τον εαυτό του ξεκίνησε.
– Πώς σε λένε αγόρι μου;
– Νέστορα, αλλά με φωνάζουν Άκη.
– Ααα! Τι σύμπτωση! Και μένα έτσι με βάφτισαν! Ξέρεις τι σημαίνει τ’ όνομά μας;
– Μα βέβαια. Αυτός που επιστρέφει από μακριά. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και ο νόστος.
– Ακριβώς, Άκη. είπε και βούρκωσε καθώς μπροστά στα μάτια του, έβλεπε τον εαυτό του. Είναι της μοίρας μας γραφτό να γυρίζουμε πίσω. Κάτι μου λέει πως έχουμε κι άλλα κοινά εμείς οι δύο.
Συνέχισαν να συναντιούνται, καλλιεργώντας ένα κλίμα εμπιστοσύνης μέχρι την ώρα της μεγάλης αποκάλυψης.
– Μα πώς γίνεται αυτό; αναρωτήθηκε ο νεαρός έκπληκτος.
– Αφού σου έδειξα τις σημειώσεις. απάντησε ο ηλικιωμένος.
– Όντως οι εξισώσεις στα χαρτιά, είναι όλες σωστές. Όμως ακόμη κι αν δίνουν τη λύση, κάποιο κβαντικό πεδίο θα τα χαλούσε όλα!
– Η απάντηση βρίσκεται στην τελευταία σελίδα, που δεν στην έχω δώσει ακόμη, Άκη.
– Γιατί; Πού είναι;
– Την έχω φυλάξει σ’ έναν σφραγισμένο φάκελο, για να τον ανοίξεις αφού γίνεις και συ 70 χρονών, όπως έκανα κι εγώ. Τόση γνώση δεν μπορείς να την αντέξεις πιο πριν. Έπειτα πρέπει ν’ ακολουθήσεις το ποτάμι. Έτσι μόνο θα καταφέρεις να μείνεις νέος.
– Να μείνουμε θες να πεις.
– Έστω. Πώς είναι άλλοι που προσέχουν τη διατροφή τους, γυμνάζονται, βάζουν ακριβές κρέμες και κάνουν πλαστικές επεμβάσεις γι’ αυτόν τον σκοπό;
– Ναι, κατάλαβα. Εμείς θα πηγαίνουμε πίσω στον χρόνο.
– Ακριβώς! Αλλά μην κάνεις το ίδιο λάθος που έκανα εγώ. Μην κάνεις δεσμούς με ανθρώπους. Ζήσε ελεύθερος. Μόνος. Εγώ που παντρεύτηκα κι έκανα οικογένεια, δείλιασα να τους αφήσω. Προσπάθησε να μην σε κρατάει τίποτα!
Ο νεαρός κουνώντας το κεφάλι, έδειξε να καταλαβαίνει. Και αυτό φάνηκε αργότερα με τον τρόπο που έζησε. Δεν ήρθε πολύ κοντά με κάποιον έτσι ώστε να μην μπορεί να τον αποχωριστεί. Όσο μεγάλωνε τόσο πιο πολύ του άρεζε, γιατί πλησίαζε στον στόχο του.
Μέχρι που γνώρισε την Κυριακή και την ερωτεύτηκε. Δεν παντρεύτηκαν, αλλά μοιράζονταν τα πάντα και ζούσαν ευτυχισμένοι. Είχε πατήσει τα 65. Ένιωθε ενοχές που δεν ήταν ξεκάθαρος απ’ την αρχή μαζί της και που σε λίγο καιρό θα έπρεπε να φύγει. Έτσι ένα βράδυ που είχε πιει, της αποκάλυψε όλη την αλήθεια. Εκείνη στην αρχή δεν τον πίστεψε. Δεν χωρούσε κάτι τέτοιο στο μυαλό της. Όταν όμως τον είδε να σοβαρεύει και να της δείχνει τον σφραγισμένο φάκελο με την λύση του μυστήριου ταξιδιού, απελπίστηκε. Συνέχισε να προσποιείται ότι δεν τον πιστεύει, αλλά κάθε βράδυ έκλαιγε γιατί φοβόταν πως θα τον χάσει.
Όταν ο Άκης έγινε 70 χρονών, άρχισε να ψάχνει για τον φάκελο. Δεν ήταν όμως εκεί που τον είχε κρύψει και αγχώθηκε. Αμέσως το μυαλό του πήγε στην Κική, η οποία ορκιζόταν πως δεν είχε καμία σχέση με την εξαφάνισή του. Ποτέ δεν παραδέχτηκε στον Άκη ότι αυτή είχε κρύψει τον φάκελο, γιατί δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει.
Κάπως έτσι δεν ταξίδεψε στο παρελθόν κι ας καθόταν με τις ώρες στην όχθη του ποταμού περιμένοντας λυπημένος. Η αλυσίδα είχε σπάσει. Αν και μετά από χρόνια ο γιος τους βρήκε τον φάκελο, θεώρησε τα όσα διάβαζε ασυναρτησίες και δεν ήξερε πού χρησιμεύουν. Παρ’ όλα αυτά δεν τον πέταξε. Άφησε τις ακαταλαβίστικες γι’ αυτόν συναρτήσεις, όπως τις αποκαλούσε, σε κάποιο συρτάρι, να περιμένουν υπομονετικά αυτόν που θα τις ανακάλυπτε.

