

Γράφει η Ντιάνα Τσερβονίδου
Διευθύντρια Σύνταξης
Δημοσιογράφος
Υπάρχουν ιστορίες που, όσο περισσότερο τις σκαλίζεις, τόσο περισσότερο αναρωτιέσαι αν βρίσκεσαι μπροστά σε μια μεμονωμένη υπόθεση ή σε ένα ολόκληρο σύστημα που περίμενε απλώς την κατάλληλη στιγμή για να αποκαλυφθεί.
Η υπόθεση που συνδέθηκε δημόσια με τον Γιώργο Μαζωνάκη έφερε στην επιφάνεια σοβαρά ερωτήματα γύρω από θεραπείες, πρακτικές και τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι άνθρωποι παρουσιάζουν ιατρικές υπηρεσίες στο κοινό. Και μαζί με αυτά τα ερωτήματα ήρθε κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό, η αποκάλυψη ότι πίσω από μια λαμπερή βιτρίνα μπορεί να κρύβεται ένας κόσμος στον οποίο η υγεία αντιμετωπίζεται σαν προϊόν πολυτελείας.
Δεν είναι καινούργιο το φαινόμενο. Ούτε περιορίζεται σε ένα περιστατικό, έναν επαγγελματία ή μία ειδικότητα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το πρόβλημα.
Γιατί όταν ο άνθρωπος φοβάται, όταν πονάει, όταν αγωνιά για την υγεία του ή για την υγεία ενός δικού του ανθρώπου, δεν λειτουργεί πάντοτε με τη λογική του ψυχρού καταναλωτή. Αναζητά ελπίδα και η ελπίδα, όταν συναντήσει την άγνοια, γίνεται εύκολο εμπόρευμα.
Αρκεί μια λευκή ρόμπα. Ένα εντυπωσιακό γραφείο. Μερικές δύσκολες επιστημονικές λέξεις. Μια θεραπεία που παρουσιάζεται ως «καινοτόμος», «επαναστατική» ή σχεδόν… μυστική. Και, φυσικά, ένας λογαριασμός που θυμίζει περισσότερο αγορά πολυτελούς αυτοκινήτου παρά ιατρική πράξη.
Και κάπως έτσι χτίζεται η αυταπάτη…
Ο άνθρωπος πείθεται ότι βρίσκεται στα χέρια κάποιου που γνωρίζει ένα μυστικό το οποίο οι υπόλοιποι γιατροί αγνοούν. Ότι υπάρχει μια θεραπεία που «δεν την κάνουν όλοι». Ότι χρειάζεται να πληρώσει πολλά, επειδή προφανώς το ακριβό είναι και το πιο αποτελεσματικό.
Μόνο που στην ιατρική το ακριβό δεν είναι συνώνυμο του αποτελεσματικού και η επιστημονική γνώση δεν γίνεται πιο επιστημονική επειδή συνοδεύεται από ακριβό μάρμαρο, επώνυμα ρούχα και εντυπωσιακή θέα.
Εδώ βρίσκεται και η σκοτεινή πλευρά της υπόθεσης, όταν η υγεία μετατρέπεται σε εμπόρευμα, ο ασθενής παύει να είναι ασθενής και γίνεται πελάτης.
Και ο πελάτης, ως γνωστόν, πρέπει να αγοράζει. Αν δεν αγοράζει, κάποιος άλλος θα του εξηγήσει γιατί πρέπει να αγοράσει. Αν εξακολουθεί να αμφιβάλλει, θα βρεθεί μια ακόμη «εξειδικευμένη» υπηρεσία. Και αν έχει χρήματα, ίσως το πακέτο γίνει ακριβότερο. Αυτό είναι το σημείο όπου η επιστήμη αρχίζει να χάνει τη μάχη από το marketing.
Και τότε ο όρκος του Ιπποκράτη κινδυνεύει να γίνει απλώς ένα ιστορικό κείμενο που θυμόμαστε στις τελετές, ενώ στην πράξη κυριαρχεί μια άλλη αρχή:
It’s just a business. Nothing less, nothing more.
Μόνο που η υγεία δεν είναι ένα οποιοδήποτε business. Δεν αγοράζεις ένα ζευγάρι κάλτσες που, αν δεν σου αρέσουν, τα επιστρέφεις. Δεν αγοράζεις μια σκούπα που, αν αποδειχθεί ελαττωματική, την αντικαθιστάς.
Όταν κάποιος σου παρέχει μια αμφισβητούμενη ή περιττή θεραπεία, το κόστος μπορεί να μην είναι μόνο οικονομικό. Μπορεί να είναι χρόνος, καθυστέρηση μιας πραγματικά αναγκαίας θεραπείας, επιδείνωση της υγείας και σε ακραίες περιπτώσεις, το τίμημα μπορεί να είναι ανεπανόρθωτο.
Αυτό είναι που κάνει την απληστία στον χώρο της υγείας τόσο επικίνδυνη. Δεν πρόκειται απλώς για έναν επαγγελματία που θέλει να αυξήσει τον τζίρο του. Μιλάμε για μια σχέση εξουσίας στην οποία ο ένας γνωρίζει και ο άλλος εμπιστεύεται.
Εκ των πραγμάτων, ο ασθενής δεν μπορεί να γνωρίζει όσα γνωρίζει ο γιατρός. Γι’ αυτό και τον εμπιστεύεται. Αυτή η εμπιστοσύνη είναι ιερή και όταν κάποιος την εκμεταλλεύεται για να πουλήσει κάτι που δεν χρειάζεται ο ασθενής, η σχέση παύει να είναι θεραπευτική. Γίνεται μια εμπορική συναλλαγή και μάλιστα μια συναλλαγή στην οποία ο ένας από τους δύο δεν γνωρίζει πραγματικά τι αγοράζει.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι τέτοιες υποθέσεις δεν φαίνεται να αποτελούν πάντα μεμονωμένες εξαιρέσεις. Όταν μια υπόθεση δημοσιοποιείται και ακολουθούν κι άλλες καταγγελίες ή έρευνες, τότε η κοινωνία οφείλει να κοιτάξει λίγο βαθύτερα.
Δεν έχουμε απλώς ένα «κακό μήλο». Έχουμε πρόβλημα ελέγχων, εποπτείας, ενημέρωσης, δεοντολογίας και, τελικά, πρόβλημα εμπιστοσύνης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο πολίτης σήμερα συχνά βρίσκεται χαμένος ανάμεσα σε αντικρουόμενες συμβουλές. Από τη μία οι επιστήμονες. Από την άλλη οι influencers. Μετά οι «ειδικοί» των κοινωνικών δικτύων. Μετά ένας γνωστός που «έκανε την ίδια θεραπεία και έγινε άλλος άνθρωπος». Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ο πραγματικός επιστήμονας προσπαθεί να εξηγήσει ότι η ιατρική δεν λειτουργεί με testimonials και εντυπωσιακά before-and-after.
Ο πολίτης, όμως, έχει κουραστεί και, σε μεγάλο βαθμό, έχει χάσει την εμπιστοσύνη του, όχι απαραίτητα επειδή όλοι οι γιατροί είναι αναξιόπιστοι — κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο και αυθαίρετο, αλλά επειδή κάθε υπόθεση στην οποία η υγεία εμφανίζεται να αντιμετωπίζεται ως πεδίο εύκολου πλουτισμού, τραυματίζει την εμπιστοσύνη προς ολόκληρο το σύστημα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη της Πολιτείας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε να αποκαλυφθεί μια υπόθεση επειδή έτυχε να αφορά ένα πρόσωπο που διαθέτει δημόσια αναγνωρισιμότητα. Αν ένας λιγότερο γνωστός άνθρωπος είχε περάσει την ίδια πόρτα, θα είχαμε ασχοληθεί το ίδιο;
Αυτό είναι το ερώτημα.
Γιατί αν η προστασία του ασθενή εξαρτάται από το πόσο γνωστό είναι το όνομά του, τότε δεν έχουμε σύστημα προστασίας. Έχουμε σύστημα δημοσιότητας.
Αυτό δεν είναι δημόσια υγεία. Δημόσια υγεία σημαίνει έλεγχος, διαφάνεια, κανόνες, λογοδοσία και πραγματική ενημέρωση. Σημαίνει ο πολίτης να μπορεί να γνωρίζει ποιος τον θεραπεύει, με ποια επιστημονικά δεδομένα, με ποια άδεια, με ποια θεραπευτικά πρωτόκολλα και με ποιο κόστος. Σημαίνει επίσης να μπορεί να καταγγείλει μια πρακτική χωρίς να αισθάνεται ότι απέναντί του βρίσκεται ένα άτρωτο σύστημα.
Και κυρίως σημαίνει κάτι πολύ απλό:
Ο άνθρωπος που μπαίνει σε ένα ιατρείο πρέπει να αντιμετωπίζεται πρώτα ως άνθρωπος και μετά ως πελάτης.
Η λευκή ρόμπα από μόνη της δεν κάνει κανέναν γιατρό, όπως και το ακριβό γραφείο δεν κάνει μια θεραπεία επιστημονική. Ούτε η τηλεοπτική προβολή, ούτε τα social media, ούτε οι επώνυμες φωτογραφίες.
Και σίγουρα όχι η τιμή.
Η πραγματική επιστήμη δεν χρειάζεται μυστήριο. Δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται ως απαγορευμένη γνώση για λίγους και εκλεκτούς. Δεν χρειάζεται να πείθει τον ασθενή ότι «μόνο εδώ» υπάρχει η λύση.
Χρειάζεται αποδείξεις.
Και ο ασθενής χρειάζεται κάτι ακόμη, το δικαίωμα να ακούσει και το «δεν χρειάζεσαι αυτή τη θεραπεία». Ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη φράση για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να μετρά την επιτυχία του με βάση το ταμείο. Ωστόσο είναι ακριβώς η φράση που ξεχωρίζει τον λειτουργό της υγείας από τον απλό πωλητή υπηρεσιών.
Η υγεία δεν πρέπει να είναι αγορά και ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι «πορτοφόλι πάνω σε δύο πόδια, γιατί κάπου εκεί τελειώνει η επιστήμη και αρχίζει η αρπαγή…