

Γράφει ο Γιώργος Φ. Μπατζακίδης
Ιστορικός Ερευνητής
Η Ιστορία δεν γράφεται για να δικαιώνει εκ των υστέρων βασιλείς και πολιτικούς, στρατηγούς και επαναστάτες, νικητές και ηττημένους. Δεν γράφεται επίσης για να υπηρετεί τις ανάγκες της εκάστοτε συλλογικής μνήμης. Χρέος του ιστορικού ερευνητή είναι να επιστρέφει στις πηγές, να εξετάζει τα τεκμήρια μέσα στις συνθήκες της εποχής τους και όσο αυτό είναι δυνατόν, να αποδίδει «τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι».
Η περίπτωση του πρίγκιπα Ανδρέα της Ελλάδας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στη δημόσια ιστορική αφήγηση η μορφή του εμφανίζεται συχνά μέσα από τις δραματικές τελευταίες ημέρες του 1922: τη δίκη του, τον κίνδυνο που θεωρήθηκε ότι διέτρεχε μετά την εκτέλεση των Έξι, τη διεθνή και κυρίως βρετανική παρέμβαση και τέλος, την αναχώρηση του ιδίου και της οικογένειάς του από την Ελλάδα με βρετανικό πολεμικό πλοίο.
Η εικόνα αυτή είναι πραγματική. Δεν είναι όμως ολόκληρη.
Πριν από τον εξόριστο πρίγκιπα του Δεκεμβρίου του 1922 υπήρξε ο ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ο διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού στη Μικρά Ασία και ένας από τους ανθρώπους που βρέθηκαν σε καίριες θέσεις κατά την πλέον κρίσιμη περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Κατά την προέλαση προς τον Σαγγάριο το καλοκαίρι του 1921, το Β’ Σώμα Στρατού υπό τον Ανδρέα επιχειρούσε σε ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν απομακρυνθεί εκατοντάδες χιλιόμετρα από τις κύριες βάσεις ανεφοδιασμού τους, οι γραμμές επικοινωνίας είχαν επιμηκυνθεί και η φθορά ανθρώπων και υλικού ήταν σημαντική. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες εκδηλώθηκε η σοβαρή διαφωνία του Ανδρέα με την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση και τον αρχιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα.
Η ουσία της υπόθεσης δεν πρέπει να απλοποιείται. Ο Ανδρέας θεώρησε συγκεκριμένη διαταγή επιχειρησιακά επικίνδυνη και δεν την εκτέλεσε όπως είχε δοθεί, μετακινώντας τις δυνάμεις του διαφορετικά. Αργότερα υποστήριξε ότι η εφαρμογή της θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην καταστροφή του Σώματός του. Κατά τη δίκη του καταγράφηκαν διαφορετικές εκτιμήσεις για τις διαταγές που είχε λάβει και για τις συνέπειες της μη εκτέλεσής τους. Οι αντιφατικές αυτές μαρτυρίες έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι μας εμποδίζουν να μετατρέψουμε ένα σύνθετο στρατιωτικό επεισόδιο σε μια εύκολη εκ των υστέρων καταδίκη.

Ο ίδιος ο Ανδρέας επιχείρησε αργότερα να υπερασπιστεί τις επιλογές του στο έργο του Δορύλαιον – Σαγγάριος 1921. Ως πρωτογενής πηγή το έργο είναι πολύτιμο, όχι όμως ουδέτερο. Αποτελεί τη μαρτυρία ενός πρωταγωνιστή που είχε κάθε λόγο να υπερασπιστεί τις στρατιωτικές αποφάσεις και τη μεταγενέστερη υστεροφημία του.
Υπάρχει παράλληλα μια άλλη πτυχή της μικρασιατικής παρουσίας του η οποία δεν πρέπει ούτε να αποσιωπάται ούτε να διογκώνεται πέρα από όσα επιτρέπουν οι πηγές.
Στην απομνημονευματική και δημόσια παράδοση της Μικρασιατικής Εκστρατείας το όνομα του πρίγκιπα Ανδρέα συνδέθηκε με το προσωνύμιο «Καψοκαλύβας» ή «Καψοκαλυβίτης», σε συνάρτηση με πυρπολήσεις πολλών μουσουλμανικών οικισμών κατά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και κυρίως κατά την οπισθοχώρηση.
Το ζήτημα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Η ύπαρξη του προσωνυμίου και των σχετικών μαρτυριών δεν αρκεί από μόνη της για να αποδώσουμε στον Ανδρέα προσωπική διατακτική ευθύνη για κάθε πυρπόληση που πραγματοποιήθηκε από μονάδες του ελληνικού στρατού. Η ακριβής έκταση της ευθύνης του πρέπει να διερευνηθεί μέσα από στρατιωτικές διαταγές, αρχειακά τεκμήρια και διασταυρωμένες μαρτυρίες.
Αυτό είναι απαραίτητο όχι για να προστατευθεί η υστεροφημία ενός πρίγκιπα, αλλά για να προστατευθεί η ίδια η ιστορική έρευνα.
Ταυτόχρονα, δεν έχουμε κανέναν λόγο να εξωραΐσουμε τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Ο πόλεμος έφερε βία και καταστροφή και στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Ανατολίας μετά από τρία χρόνια κατοχής του ελληνικού στρατού. Οι πυρπολήσεις οικισμών, οι εκτοπισμοί και οι βιαιότητες που συνόδευσαν διαφορετικές φάσεις των επιχειρήσεων αποτελούν επίσης μέρος της ιστορίας και πρέπει να ερευνηθούν με την ίδια ακριβώς αυστηρότητα. Η αναγνώριση του πόνου του ενός πληθυσμού δεν απαιτεί την αποσιώπηση του πόνου του άλλου.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα άλλο τεκμήριο για το οποίο δεν χρειάζεται να βασιστούμε σε προσωνύμια ή μεταγενέστερες αφηγήσεις.
Είναι τα ίδια τα λόγια του Ανδρέα.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1921, ενώ βρισκόταν στη Σμύρνη, έγραψε ιδιωτική επιστολή προς τον Ιωάννη Μεταξά. Η επιστολή, η οποία διασώθηκε στο αρχείο του Μεταξά και δημοσιεύθηκε στο Προσωπικό Ημερολόγιό του, αποτελεί ένα από τα πλέον αποκαλυπτικά τεκμήρια για τη στάση του πρίγκιπα απέναντι στους Έλληνες της Μικράς Ασίας.
Μέσα στο εξαιρετικά φορτισμένο κλίμα του Εθνικού Διχασμού, ο Ανδρέας εκφραζόταν με βαθιά απαξιωτικό τρόπο για τους Μικρασιάτες Έλληνες, τους οποίους συνέδεε πολιτικά με τον βενιζελισμό, φθάνοντας στο σημείο να γράψει ότι θα άξιζε να παραδοθεί η Σμύρνη στον Μουσταφά Κεμάλ ώστε να τους «πετσοκόψει».
Η σημασία του τεκμηρίου είναι ιδιαίτερη ακριβώς επειδή πρόκειται για ιδιωτική επιστολή. Δεν ήταν δημόσιος λόγος προσαρμοσμένος στις πολιτικές ανάγκες της στιγμής. Μας επιτρέπει να αντιληφθούμε μέχρι ποιο σημείο ο Εθνικός Διχασμός είχε διαβρώσει την πολιτική και κοινωνική αντίληψη της εποχής, ώστε Έλληνες να αντιμετωπίζουν άλλους ελληνικούς πληθυσμούς πρωτίστως ως «βενιζελικούς» ή «αντιβενιζελικούς».
Εδώ όμως υπάρχει μία ακόμη ιστορική παράμετρος που καθιστά τα λόγια αυτά ακόμη πιο σύνθετα και οδυνηρά.
Σημαντικός αριθμός Ρωμιών της Μικράς Ασίας είχε ήδη ενταχθεί στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η συμμετοχή αυτή δεν αποτελεί απλή οικογενειακή ή προσφυγική ανάμνηση. Οι ίδιοι οι φορείς της Μικρασιατικής Άμυνας, μεταξύ των οποίων και ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, υποστήριζαν τον Μάρτιο του 1922 ότι οι στρατευμένοι Μικρασιάτες ανέρχονταν σε περίπου 35.000, ενώ άλλη σύγχρονη πληροφόρηση αναφερόταν σε περίπου 26.000 καταταγέντες, από τους οποίους περίπου 20.000 εξακολουθούσαν τότε να βρίσκονται υπό τα όπλα. Η απόκλιση των αριθμών επιβάλλει ιστορική επιφύλαξη ως προς το ακριβές μέγεθος, ιδίως όταν οι απόψεις των ιστορικών ερευνητών για τον αριθμό διίστανται, όχι όμως αμφισβήτηση του ίδιου του φαινομένου.
Η θέση αυτών των ανθρώπων υπήρξε ιστορικά εξαιρετικά σύνθετη.
Πολλοί είχαν γεννηθεί ως υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ζούσαν όμως επί γενεές στις ελληνικές ορθόδοξες κοινότητες της Ιωνίας, της Αιολίδας και της ενδοχώρας της Ανατολίας, με τη δική τους γλώσσα, θρησκευτική ταυτότητα, κοινοτικούς θεσμούς και διαφορετικές αντιλήψεις περί εθνικής ένταξης.
Γι’ αυτό θα ήταν ανακριβές να γράψουμε απλουστευτικά ότι πολεμούσαν «εναντίον της ίδιας τους της πατρίδας».
Ποια ήταν, άλλωστε, η πατρίδα για έναν Ρωμιό της Σμύρνης, των Βουρλών ή του Αϊβαλιού το 1921;
Το κράτος του οποίου υπήρξε υπήκοος; Η ιδιαίτερη γη στην οποία είχαν ζήσει οι πρόγονοί του επί αιώνες; Η ρωμαίικη κοινότητά του; Ή το ελληνικό έθνος με το οποίο αισθανόταν ότι συνδεόταν κυρίως μετά τα τέλη του 19ου αιώνα;
Η ιστορική πραγματικότητα δεν χωρά εύκολα στις κατηγορίες που δημιουργήθηκαν μετά την οριστική επικράτηση των εθνικών κρατών.
Για αρκετούς από αυτούς τους ανθρώπους, η κατάταξη στις ελληνικές δυνάμεις δεν βιωνόταν ως πόλεμος εναντίον της πατρίδας τους. Αντίθετα, μπορούσε να νοείται ως αγώνας για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, τη Μικρά Ασία, και συγχρόνως για την ελληνική εθνική τους ταυτότητα.
Η ενεργός συμμετοχή τμήματος του μικρασιατικού ελληνισμού στο ελληνικό στρατιωτικό και πολιτικό εγχείρημα δεν αποτελούσε, άλλωστε, μυστική δραστηριότητα. Οι στρατολογήσεις, η Μικρασιατική Άμυνα και η δημόσια δράση προσωπικοτήτων όπως ο Χρυσόστομος Σμύρνης αποτελούσαν ορατές πολιτικές πραγματικότητες της εποχής.
Δεν διαθέτουμε όμως, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, επαρκή πρωτογενή τεκμηρίωση που να μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ως δεδομένο ότι συγκεκριμένοι κατάλογοι εθελοντών της Μητροπόλεως Σμύρνης περιήλθαν προσωπικά στα χέρια του Μουσταφά Κεμάλ ή του Νουρεντίν Πασά. Εκεί ακριβώς ο ιστορικός οφείλει να σταματήσει εκεί όπου σταματά και το τεκμήριο.
Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία της ενεργού συμμετοχής Μικρασιατών στο ελληνικό εγχείρημα. Μας βοηθά, αντίθετα, να κατανοήσουμε το δραματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρέθηκαν οι χριστιανικές κοινότητες μετά την Κεμαλική επικράτηση. Άνθρωποι και ομάδες μπορούσαν πλέον να αντιμετωπίζονται από τη νικήτρια πλευρά όχι μόνο ως χριστιανικός πληθυσμός αλλά και ως πρόσωπα που είχαν, πραγματικά ή κατά τεκμήριο, συνδεθεί με την ελληνική στρατιωτική και πολιτική παρουσία.
Και αυτό ακριβώς κάνει τη φράση του Ανδρέα ακόμη πιο οδυνηρή.
Την ίδια περίοδο κατά την οποία ένας ανώτατος αξιωματικός της Ελλάδας έγραφε ότι θα άξιζε να παραδοθεί η Σμύρνη στον Μουσταφά Κεμάλ ώστε να «πετσοκόψει» εκείνους τους Μικρασιάτες που απαξίωνε, χιλιάδες Ρωμιοί της Μικράς Ασίας είχαν εμπλακεί σε έναν πόλεμο που διεξαγόταν πάνω στον ίδιο τους τον τόπο και από την έκβαση του οποίου εξαρτιόταν πλέον η ίδια η ύπαρξη των κοινοτήτων τους.
Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε την επιλογή τους.
Δεν χρειάζεται να τη χρησιμοποιήσουμε ως επιχείρημα υπέρ του ελληνικού στρατού.
Χρειάζεται απλώς να αναγνωρίσουμε την τραγικότητά της.
Γιατί τελικά εκείνοι που θα πλήρωναν το μεγαλύτερο τίμημα δεν ήταν οι στρατηγοί, οι πρίγκιπες ή οι πολιτικοί που αποφάσιζαν. Ήταν σε μεγάλο βαθμό οι πληθυσμοί που παρέμεναν στον τόπο όταν οι στρατοί αποχωρούσαν.
Η συσσωρευμένη οργή που είχε προκαλέσει ο πόλεμος και η τρίχρονη ελληνική κατοχή αποτελούσε πλέον έναν ακόμη παράγοντα μέσα σε ένα εξαιρετικά εκρηκτικό περιβάλλον. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να συμβάλει στην ερμηνεία της βίας που ακολούθησε, χωρίς βεβαίως να συνιστά δικαιολόγησή της.
Το καλοκαίρι του 1922 το μέτωπο κατέρρευσε. Ο ελληνικός στρατός υποχώρησε προς τα παράλια, η Σμύρνη καταστράφηκε και τεράστιοι πληθυσμοί πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Η Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε στην Επανάσταση του Σεπτεμβρίου 1922 και στη δραματική αναζήτηση πολιτικών και στρατιωτικών ευθυνών.
Μετά τη Δίκη και την εκτέλεση των Έξι, ήρθε και η σειρά του πρίγκιπα Ανδρέα.
Συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου. Η κατηγορία αφορούσε τη μη εκτέλεση διαταγής ενώπιον του εχθρού και την αυθαίρετη μετακίνηση του Σώματος Στρατού που διοικούσε.
Εδώ χρειάζεται να διορθωθεί μία αφήγηση που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα: ότι δηλαδή ο Ανδρέας καταδικάστηκε πρώτα σε θάνατο και στη συνέχεια η ποινή του μετατράπηκε.
Οι σύγχρονες με τη δίκη ειδησεογραφικές ανταποκρίσεις παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα. Το δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη του συνιστούσε σοβαρή παραβίαση της στρατιωτικής πειθαρχίας, αλλά αναγνώρισε ως ελαφρυντική περίσταση την απειρία του στη διοίκηση ανώτερων στρατιωτικών μονάδων. Η ποινή που τελικά επιβλήθηκε ήταν έκπτωση από τον στρατιωτικό βαθμό και ισόβια υπερορία.
Η διάκριση δεν αποτελεί λεπτομέρεια.
Είναι ακριβώς το είδος της λεπτομέρειας που διαχωρίζει την ιστορική αφήγηση από τον ιστορικό μύθο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε έντονη διεθνής κινητοποίηση. Μετά την εκτέλεση των Έξι, η πιθανότητα νέων εκτελέσεων προκαλούσε σοβαρότατη ανησυχία στις ξένες κυβερνήσεις και ιδιαίτερα στη Βρετανία.
Για τη βρετανική ανάμειξη διαθέτουμε ένα τεκμήριο εξαιρετικής αξίας: τα επίσημα πρακτικά της Βουλής των Κοινοτήτων.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1922 ο Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου Leo Amery δήλωσε επισήμως ότι βρετανικό πολεμικό είχε αποσταλεί στην Ελλάδα κατόπιν εντολής της βρετανικής κυβέρνησης, επειδή θεωρούνταν ότι κινδύνευαν οι ζωές του πρίγκιπα Ανδρέα και της συζύγου του Αλίκης. Το εκτιμώμενο κόστος της επιχείρησης ανερχόταν σε περίπου 1.200 λίρες.
Οι ίδιες κοινοβουλευτικές συζητήσεις παρουσιάζουν και μια ενδιαφέρουσα, συχνά λησμονημένη πλευρά της υπόθεσης. Στη Βρετανία τέθηκε το ερώτημα γιατί ένα κρατικό πολεμικό πλοίο χρησιμοποιήθηκε για τη διάσωση ενός πρίγκιπα και εάν αντίστοιχη προστασία θα είχε προσφερθεί σε έναν απλό Έλληνα πολίτη.
Ο Ανδρέας και η οικογένειά του αναχώρησαν τελικά από την Ελλάδα με το βρετανικό HMS Calypso. Ανάμεσα στα παιδιά τους βρισκόταν και ο μικρός Φίλιππος, ο μελλοντικός σύζυγος της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄. Η γνωστή διήγηση για την αυτοσχέδια κούνια του βρέφους μέσα σε ξύλινο κιβώτιο φρούτων έμελλε να γίνει ένα από τα χαρακτηριστικότερα στιγμιότυπα της οικογενειακής εξορίας.
Η εικόνα είναι ασφαλώς δραματική.
Αλλά η Ιστορία δεν μπορεί να τελειώνει εκεί.
Ο πρίγκιπας Ανδρέας δεν ήταν απλώς ένας πατέρας που επιβιβάστηκε με την οικογένειά του σε ένα βρετανικό πολεμικό και εγκατέλειψε μια Ελλάδα που είχε στραφεί εναντίον του. Υπήρξε ταυτόχρονα ανώτατος αξιωματικός ενός στρατού που είχε εκστρατεύσει βαθιά στη Μικρά Ασία. Οι επιχειρησιακές του επιλογές αμφισβητήθηκαν από την ίδια τη στρατιωτική ηγεσία. Το όνομά του συνδέθηκε στις μεταγενέστερες μαρτυρίες με τις καταστροφές του πολέμου. Και ο ίδιος άφησε γραπτά λόγια για τους Μικρασιάτες Έλληνες τα οποία δεν επιτρέπεται να εξαφανιστούν από την ιστορική αποτίμηση της προσωπικότητάς του.
Ταυτόχρονα, θα ήταν εξίσου ανιστόρητο να φορτώσουμε σε έναν άνθρωπο ολόκληρη τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Το 1922 δεν υπήρξε αποτέλεσμα μιας πράξης, ενός στρατηγού ή μιας πολιτικής παράταξης. Υπήρξε η κατάληξη μιας μακράς αλληλουχίας στρατιωτικών αποφάσεων, εσωτερικών πολιτικών συγκρούσεων, του Εθνικού Διχασμού, μεταβαλλόμενων διεθνών συσχετισμών, διπλωματικών επιλογών, βιαιοτήτων και από τις αντιμαχόμενες πλευρές και τελικά, της στρατιωτικής επικράτησης του κεμαλικού κινήματος.
Η αναζήτηση ενός και μοναδικού «ενόχου» μπορεί να ικανοποιεί την ανάγκη της συλλογικής μνήμης για απλές απαντήσεις.
Δεν υπηρετεί όμως την ιστορική έρευνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ατομική ευθύνη εξαφανίζεται μέσα στη συλλογική.
Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: ότι πρέπει να εξετάζεται με τεκμήρια και όχι με συνθήματα.
Ως απόγονος Μικρασιατών προσφύγων δεν μπορώ να διαβάσω τούτη τη φράση του Ανδρέα για τους Έλληνες της Σμύρνης χωρίς να αισθανθώ το ιδιαίτερο βάρος της. Ως ιστορικός ερευνητής, όμως, έχω ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση να μην επιτρέψω στο συναίσθημα να υποκαταστήσει το τεκμήριο.
Δεν χρειάζεται να αγιοποιήσουμε τον Ανδρέα.
Δεν χρειάζεται ούτε να τον δαιμονοποιήσουμε.
Χρειάζεται να τον δούμε ολόκληρο.
Τον πρίγκιπα και τον αξιωματικό. Τον διοικητή που αμφισβήτησε μια στρατιωτική διαταγή θεωρώντας ότι θα έθετε σε κίνδυνο το Σώμα του και τον κατηγορούμενο που κλήθηκε αργότερα να λογοδοτήσει γι’ αυτήν. Τον άνθρωπο που η διεθνής διπλωματία φρόντισε να προστατεύσει και τον άνθρωπο που είχε γράψει με τέτοια σκληρότητα για έναν μικρασιατικό ελληνισμό ο οποίος λίγους μήνες αργότερα θα γνώριζε την οριστική κατάρρευση του κόσμου μέσα στον οποίο είχε ζήσει επί αιώνες.
Και πάνω από όλα, χρειάζεται να ξαναφέρουμε στο κέντρο της αφήγησης τους ίδιους τους ανθρώπους της Μικράς Ασίας.
Τους Ρωμιούς και τους μουσουλμάνους, τους Αρμενίους και τις άλλες κοινότητες που βρέθηκαν μέσα στη δίνη ενός πολέμου και της μετάβασης από μια πολυεθνική αυτοκρατορία στην εποχή των εθνικών κρατών.
Γιατί οι στρατοί τελικά έφυγαν.
Οι πολιτικοί συνέχισαν τις σταδιοδρομίες τους ή πέρασαν στην Ιστορία.
Οι δυναστείες βρήκαν καταφύγιο στην Ευρώπη.
Οι άνθρωποι όμως που είχαν γεννηθεί στη Σμύρνη, στα Βουρλά, στο Αϊβαλί, στην Ερυθραία, στην Καππαδοκία, στον Πόντο και σε εκατοντάδες άλλους τόπους έχασαν έναν κόσμο ολόκληρο.
Για εμάς, ιδιαίτερα για όσους μεγαλώσαμε ακούγοντας οικογενειακές αφηγήσεις από εκείνες τις χαμένες πατρίδες, η μνήμη δεν είναι μια ψυχρή καταχώριση ημερομηνιών.
Είναι άνθρωποι.
Είναι τόποι.
Είναι σπίτια που εγκαταλείφθηκαν.
Είναι οικογένειες που ξεριζώθηκαν.
Είναι ζωές που χωρίστηκαν οριστικά σε ένα «πριν» και ένα «μετά».
Ακριβώς γι’ αυτό η μνήμη χρειάζεται την Ιστορία.
Και η Ιστορία χρειάζεται τις πηγές.
Όχι για να ξαναδικάσουμε τους ανθρώπους του 1922 έναν αιώνα αργότερα. Ούτε για να μετατρέψουμε τον πόνο των προγόνων σε νέο εθνικό μίσος.
Αλλά για να μην τους παραδώσουμε ούτε στη λήθη ούτε στον μύθο.
Γιατί η ιστορική δικαιοσύνη δεν βρίσκεται στην αποσιώπηση των σκοτεινών σελίδων ούτε στην εκδίκηση απέναντι στους νεκρούς. Βρίσκεται στην προσπάθεια να ειπωθεί ολόκληρη η αλήθεια, όσο δύσκολη και αν είναι.
Πηγές και ενδεικτική βιβλιογραφία:
Πρίγκιψ Ανδρέας, Δορύλαιον–Σαγγάριος 1921, Αθήνα, 1928.
Ιωάννης Μεταξάς, Το Προσωπικό του Ημερολόγιο, Παράρτημα 1921–1922, ιδίως σ. 757–760, για την επιστολή του Ανδρέα της 19ης Δεκεμβρίου 1921.
Michael Llewellyn Smith, Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919–1922, London, Hurst.
Peter Kincaid Jensen, “The Greco-Turkish War, 1920–1922”, International Journal of Middle East Studies, 10, αρ. 4 (1979), σ. 553–565.
Richard Clogg, A Concise History of Greece, Cambridge University Press.
Γ ια τη βρετανική κρατική παρέμβαση, ιδιαίτερης σημασίας πρωτογενές τεκμήριο αποτελούν τα Hansard, House of Commons Debates, 6 Δεκεμβρίου 1922, vol. 159, cols. 1727–1728, όπου συζητήθηκε επισήμως η αποστολή του βρετανικού πολεμικού για τον Ανδρέα και την οικογένειά του.
Για τη συμμετοχή Μικρασιατών στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και τη Μικρασιατική Άμυνα, πρέπει να χρησιμοποιούνται παράλληλα τα σχετικά τεκμήρια του Αρχείου Ελευθερίου Βενιζέλου, τα έγγραφα της Μικρασιατικής Άμυνας και οι πηγές που αφορούν τη δράση του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου.
Μια απαραίτητη διευκρίνιση:
Το παρόν κείμενο γράφτηκε με αποκλειστικό σκοπό την ιστορική έρευνα, τον προβληματισμό και τον σεβασμό στη μνήμη όλων των ανθρώπων που βρέθηκαν στη δίνη εκείνης της τραγικής εποχής. Εθνικιστικά, φασιστικά, ρατσιστικά ή προσβλητικά σχόλια, από οποιαδήποτε πλευρά και αν προέρχονται, δεν έχουν θέση σε έναν τέτοιο διάλογο και θα διαγράφονται αμέσως. Η Ιστορία οφείλει να μας βοηθά να κατανοούμε το παρελθόν, όχι να αναπαράγουμε τα μίση του.