

Γράφει η Ντιάνα Τσερβονίδου
Διευθύντρια Σύνταξης
Δημοσιογράφος
Υπάρχουν χώρες όπου η ιδιότητα αποδεικνύεται με πτυχία, άδειες, πιστοποιήσεις, ελέγχους και αυστηρούς κανόνες. Και υπάρχει και η Ελλάδα. Μια χώρα όπου, πολλές φορές, ό,τι δηλώσεις είσαι.
Για λίγο μπορεί να είσαι ειδικός. Μετά θεραπευτής. Ύστερα ερευνητής. Κάπου ανάμεσα μπορεί να γίνεις «ειδικός» σε μια επιστήμη που δεν αποτελεί αναγνωρισμένη ιατρική ειδικότητα. Κι αν έχεις το κατάλληλο λεξιλόγιο, ένα εντυπωσιακό βιογραφικό, ένα ακριβό γραφείο στο Κολωνάκι και μερικούς επώνυμους πελάτες, ίσως αποκτήσεις και κάτι ακόμη πιο πολύτιμο, την εμπιστοσύνη των ασθενών.
Κι όταν μιλάμε για την υγεία, η εμπιστοσύνη δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό κεφάλαιο. Είναι η ίδια η ζωή…
Ο πρόσφατος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που πλέον ερευνούν οι Αρχές, έφερε στην επιφάνεια ένα πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο δυσάρεστο ερώτημα: Κατά πόσο καλά ελέγχουμε τελικά ποιος έχει το δικαίωμα να παρέχει τι, πού, με ποιο μηχάνημα και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Και το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο. Αφορά όλους μας ως κοινωνία.
Όταν η βιτρίνα γίνεται πιστοποιητικό
Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών ανακοίνωσε μετά το τραγικό περιστατικό ότι κατά τον έλεγχο του χώρου στο Κολωνάκι εντοπίστηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, τα οποία, σύμφωνα με τον ΙΣΑ, δεν επιτρέπεται να εγκαθίστανται σε ιατρείο. Ο ίδιος ο Σύλλογος αναφέρει επίσης ότι ο συγκεκριμένος χώρος είχε ελεγχθεί το 2024 και το 2025, χωρίς τότε να διαπιστωθεί η εγκατάσταση τέτοιων μηχανημάτων.
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικά δύσκολο κομμάτι. Γιατί αν υπήρχαν προηγούμενοι έλεγχοι, αν υπήρχαν καταγγελίες ή ενδείξεις που είχαν περιέλθει σε γνώση αρμοδίων —κάτι που ασφαλώς πρέπει να διερευνηθεί και να αποδειχθεί— τότε η κοινωνία δικαιούται να ρωτήσει: Τι ακριβώς ελέγχθηκε και το όχι; Ποιος είχε την ευθύνη; Και κυρίως, πόσο πρέπει να περιμένουμε για να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας; Μέχρι να συμβεί το κακό και να υπάρξει ένας νεκρός; Ή μέχρι να γίνει μια υπόθεση πρωτοσέλιδο;
Σε καμία περίπτωση, αυτό δεν είναι δίωξη προσώπων. Είναι απαίτηση λογοδοσίας από ένα κράτος που οφείλει να προστατεύει τον πολίτη πριν και όχι μόνο μετά την καταστροφή.
Ο ΙΣΑ έχει ήδη ανακοινώσει ότι προχωρά σε αυτεπάγγελτο πειθαρχικό έλεγχο και εξετάζει διοικητικές και λειτουργικές συνέπειες για τα ιατρεία των γιατρών που εμπλέκονται στην υπόθεση, αλλά η κοινωνία χρειάζεται κάτι περισσότερο από την αντίδραση μετά το γεγονός. Χρειάζεται πρόληψη.
Το Κολωνάκι δεν είναι νοσοκομείο
Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο επικίνδυνες παρεξηγήσεις της εποχής μας.
Επειδή ένας χώρος είναι πολυτελής, επειδή βρίσκεται σε μια από τις ακριβότερες περιοχές της Αθήνας, επειδή στην πόρτα υπάρχει η λέξη «ιατρείο», επειδή κάποιοι γνωστοί άνθρωποι έχουν περάσει από εκεί, επειδή υπάρχει σύγχρονος εξοπλισμός, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι εκεί μπορούν να γίνουν τα πάντα.
Η ιατρική δεν είναι ξενοδοχείο, ούτε είναι θέμα αισθητικής ή κοινωνικού κύρους.
Κυρίως όμως δεν είναι θέμα marketing.
Η πλασμαφαίρεση είναι σύνθετη ιατρική διαδικασία και, όπως έχει επισημάνει ο ΙΣΑ, απαιτεί σαφή ιατρική ένδειξη, κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό και δυνατότητα αντιμετώπισης πιθανών επιπλοκών. Ειδικοί που κατέθεσαν στις Αρχές μετά τον θάνατο του Μαζωνάκη ανέφεραν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ότι η διαδικασία μπορεί να προκαλέσει αιμοδυναμική αστάθεια και πρέπει να γίνεται σε κατάλληλα οργανωμένο περιβάλλον
Άρα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ένα μηχάνημα είναι ακριβό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι, ποιος έχει δικαίωμα να το χειρίζεται και σε ποιο περιβάλλον;
Και μετά ήρθε η «κβαντική» ιατρική
Εδώ η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική. Γιατί ο πολίτης δεν μπορεί να γνωρίζει πάντοτε τι είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και τι απλώς ακούγεται επιστημονικό.
Όταν βλέπει μπροστά του έναν άνθρωπο που παρουσιάζεται ως γιατρός, είναι φυσικό να θεωρεί ότι όσα λέγονται αποτελούν μέρος της ιατρικής επιστήμης.
Αν δίπλα στη λέξη «ιατρική» εμφανίζονται όροι όπως «κβαντική», «ενεργειακή», «αποτοξίνωση», «βιοανάδραση» και άλλες εντυπωσιακές ονομασίες, ο μέσος άνθρωπος δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ποια από αυτά έχουν επιστημονική τεκμηρίωση και ποια όχι. Γι’ αυτό υπάρχουν οι θεσμοί, οι επιστημονικοί φορείς και οι σχετικές άδειες. Και γι’ αυτό υπάρχει η Πολιτεία.
Σε δημόσια διαθέσιμο επαγγελματικό βιογραφικό που έχει αναπαραχθεί από μέσα ενημέρωσης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, μεταπτυχιακός τίτλος στην «Κβαντική Ιατρική» από πανεπιστήμιο της Χαβάης, ενώ δημοσιεύματα καταγράφουν ότι η συγκεκριμένη γιατρός παρουσίαζε πρακτικές όπως quantum biofeedback και άλλες εναλλακτικές προσεγγίσεις. Το ζήτημα όμως δεν είναι να χλευάσουμε έναν άνθρωπο επειδή χρησιμοποιεί έναν συγκεκριμένο όρο. Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρότερο: Πού τελειώνει η επιστήμη και πού αρχίζει η εμπορική εκμετάλλευση της ελπίδας;
Γιατί ο ασθενής δεν είναι πελάτης
Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο ηθικό δίδαγμα. Ο άνθρωπος που μπαίνει σε ένα ιατρείο επειδή φοβάται για την υγεία του δεν είναι ένας απλός καταναλωτής. Δεν αγοράζει παπούτσια, ούτε αλλάζει κινητό. Παραδίδει το σώμα μαζί με τον φόβο και την ελπίδα του. Πολλές φορές παραδίδει τις οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής. Η σχέση γιατρού και ασθενούς έχει κάτι σχεδόν ιερό, ο ένας εμπιστεύεται στον άλλον κάτι που δεν μπορεί να πάρει πίσω. Κι αυτή η εμπιστοσύνη γίνεται ακόμη ισχυρότερη όταν ο ασθενής ακούει:
«Πήγε ο τάδε».
«Πήγε η δείνα».
«Το κάνουν πολλοί».
«Είναι γνωστοί».
«Έχουν κόσμο».
«Είναι στο Κολωνάκι».
Όταν η φήμη γίνεται πιστοποιητικό, τότε αρχίζει η επικίνδυνη αλυσίδα. Ο ένας συστήνει τον άλλον, ο άλλος φέρνει τον τρίτο και ο τρίτος βλέπει έναν επώνυμο. Ξαφνικά η κοινωνική αποδοχή αντικαθιστά την επιστημονική τεκμηρίωση.
Το πιο τρομακτικό ερώτημα
Δεν είναι μόνο τι έγινε εκείνη την ημέρα. Είναι τι είχε συμβεί πριν.
Πόσοι άνθρωποι πέρασαν από αυτούς τους χώρους; Πόσα χρήματα δόθηκαν; Πόσες θεραπείες έγιναν; Πόσοι άνθρωποι έφυγαν ικανοποιημένοι; Και πόσοι έφυγαν με προβλήματα που δεν συνδέθηκαν ποτέ με την πράξη που προηγήθηκε;
Αυτά πρέπει να τα απαντήσει η έρευνα και όχι τα social media και οι τηλεοπτικές εκπομπές…