
Γράφει η Ντιάνα Τσερβονίδου
Διευθύντρια Σύνταξης
Δημοσιογράφος
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που η ανθρώπινη υπομονή δοκιμάζεται… σκληρά. Όπως, για παράδειγμα, όταν στέκεσαι μπροστά σε ένα ΑΤΜ και προσπαθείς να θυμηθείς τα δύο τελευταία ψηφία του PIN σου.
Το αστείο είναι ότι μέχρι πριν από πέντε λεπτά τα θυμόσουν, ακριβώς όπως θυμάσαι το όνομά σου, την ημερομηνία γέννησής σου και, αν είσαι τυχερός, γιατί μπήκες στο δωμάτιο όπου βρίσκεσαι. Μόλις όμως φτάσεις στο κρίσιμο σημείο, ο εγκέφαλος κατεβάζει ρολά. Τα δύο ψηφία εξαφανίζονται μυστηριωδώς, σαν να μπήκαν σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Και τότε ακούς πίσω σου μια φωνή…
«Πολύ ήλιο έχει σήμερα. Δεν φαίνεται τίποτα στην οθόνη, ε;».
Δεν γνωρίζεις τη φωνή. Δεν έχεις ζητήσει τη γνώμη της. Δεν την έχεις καλέσει στη ζωή σου. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη έχει αποφασίσει να γίνει μέρος της.
Συνεχίζεις να κοιτάς την οθόνη, προσπαθώντας να ανασύρεις από τα βάθη της μνήμης το χαμένο PIN.
«Μήπως ξέρεις τι ώρα κλείνουν οι τράπεζες σήμερα;».
«Όχι», απαντάς κοφτά, χωρίς καν να γυρίσεις.
Είναι μια απάντηση που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα έπρεπε να σημαίνει: Δεν ξέρω, άρα η συζήτηση ολοκληρώθηκε. Όχι όμως για την ενοχλητική φωνή που έχει άλλη άποψη.
«Για τις συντάξεις ξέρεις πότε μπαίνουν;».
Σιωπή…
«Γιατί άκουσα ότι μπορεί να τις βάλουν νωρίτερα».
Πάλι σιωπή…
«Οι υπάλληλοι στην τράπεζα πάντως δεν ξέρουν τίποτα».
Η σιωπή συνεχίζεται.
«Ζέστη, ε;».
Εδώ αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν βρίσκεσαι σε ΑΤΜ ή σε τηλεοπτικό πάνελ της Πάνια. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο άνθρωπος θέλει να μιλήσει. Το πρόβλημα είναι ότι θέλει να μιλήσει σε σένα. Και μάλιστα την ώρα που ο εγκέφαλός σου πραγματοποιεί επιχείρηση ανάκτησης κρίσιμων δεδομένων.
Εσύ ψάχνεις το PIN και εκείνος ψάχνει συνομιλητή. Είναι δύο εντελώς διαφορετικές αποστολές. Κάπου ανάμεσα στη ζέστη, στις συντάξεις, στις τράπεζες και στη διεθνή οικονομία, το μυαλό σου κάνει επιτέλους το θαύμα.
Bingo !! Και τα δύο ψηφία εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά σου σαν θεία αποκάλυψη. Τα πληκτρολογείς με την ταχύτητα ανθρώπου που προσπαθεί να διαφύγει από τόπο εγκλήματος. Πίσω σου έχει ήδη σχηματιστεί ουρά. Μια ανθρώπινη αλυσίδα που μεγαλώνει, καθώς εσύ προσπαθείς να ολοκληρώσεις τη συναλλαγή και η φωνή συνεχίζει ακάθεκτη, σαν ραδιοφωνικός παραγωγός χωρίς κουμπί «mute».
Επιτέλους, παίρνεις τα χρήματά σου και είσαι έτοιμη να φύγεις. Να απομακρυνθείς βρε αδελφέ από εκείνο το σημείο. Να ξαναβρείς την ψυχική σου ισορροπία. Και τότε εμφανίζεται μια δεύτερη φωνή. Ανδρική αυτή τη φορά που σου κλείνει σχεδόν τον δρόμο.
«Ξέρεις πότε γιορτάζουν οι τράπεζες;» ρωτά με προσποιητή σοβαρότητα. Δεν απαντάς. Έχεις μάθει πλέον. Απλά περιμένεις να «χτυπήσει» ο άγνωστος εξυπνάκιας.
Η φωνή παίρνει ύφος ανθρώπου που ετοιμάζεται να παραδώσει πνευματικό αριστούργημα.
«Των Αναλήψεων!» σου πετά με νόημα και ξεσπάει σε γέλια.
Όχι ένα απλό χαμόγελο. Γέλιο δυνατό, αυθόρμητο και υπερήφανο. Σαν να έλυσε μόλις το μυστήριο της ζωής. Και τότε συμβαίνει το αδιανόητο. Γελούν και οι υπόλοιποι. Ολόκληρη η ουρά από πίσω σου.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο χώρος γεμίζει από ένα ομαδικό γέλιο που μοιάζει περισσότερο με κοινωνικό πείραμα. Κοιτάζεις γύρω σου και συνειδητοποιείς ότι κάτι δεν πάει καλά με όλους αυτούς. Δεν είναι πια το ΑΤΜ. Δεν είναι η ζέστη. Δεν είναι το PIN. Είναι η ανθρωπότητα.
Κάπου εκεί αντιλαμβάνεσαι ότι ίσως δεν έχουμε απλώς χάσει την υπομονή μας. Έχουμε χάσει και το μέτρο. Η βλακεία δεν χτυπά πλέον την πόρτα. Έχει πάρει αντικλείδι και έχει εγκατασταθεί παντού. Το χειρότερο είναι ότι έχει αποκτήσει κοινό.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο άνθρωπος που λέει το αστείο. Είναι και οι υπόλοιποι που γελούν. Είναι η ανάγκη μας να συμμετέχουμε σε οτιδήποτε, αρκεί να υπάρχει μια φωνή αρκετά δυνατή για να μας παρασύρει. Έχουμε γίνει μια κοινωνία όπου όλοι μιλούν και κανείς δεν ακούει. Όπου μια άγνωστη γυναίκα μπορεί να σου κάνει ανάκριση ενώ βάζεις το PIN σου, ένας άγνωστος άνδρας μπορεί να σου πετάξει λογοπαίγνιο για τις «αναλήψεις» και μια ολόκληρη ουρά να το θεωρήσει ξεκαρδιστικό.
Κι εσύ στέκεσαι εκεί και σκέφτεσαι: Μήπως τελικά το ΑΤΜ δεν ζητάει PIN; Μήπως ζητάει τεστ νοημοσύνης; Γιατί αν είναι έτσι, φοβάμαι πως πολλοί από εμάς δεν θα πάρουμε ποτέ τα χρήματά μας. Και θα μείνουμε όλοι απ’ έξω. Να γελάμε με το ίδιο ανέκδοτο. Των Αναλήψεων.
Και η βλακεία να πηγαίνει σύννεφο…
