– Η Ολομέλεια του ΣτΕ κλείνει οριστικά τον δρόμο για την επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού
– Στην Ξάνθη ανοίγει ξανά η συζήτηση για το εισόδημα, το κόστος ζωής και την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων
Γράφει η Ντιάνα Τσερβονίδου
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον 13ο και 14ο μισθό δεν αφορά μόνο τους αριθμούς ενός κρατικού προϋπολογισμού. Στην Ξάνθη, όπου εκατοντάδες εργαζόμενοι του Δημοσίου δίνουν καθημερινά τη μάχη για να λειτουργήσουν σχολεία, υπηρεσίες, δήμοι και δομές υγείας, η εξέλιξη αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα οικογενειών που εδώ και χρόνια έχουν δει σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους να χάνεται.
Ουσιαστικά, η Ολομέλεια του ΣτΕ βάζει οριστικό τέλος στη δικαστική διεκδίκηση για την επαναφορά των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, κρίνοντας ότι η μη επαναφορά τους δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ούτε το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η απόφαση 1201/2026 κλείνει έτσι έναν πολυετή δικαστικό κύκλο που ξεκίνησε μετά τις μεγάλες περικοπές του 2012.
Η προειδοποίηση Ευστρατίου και η «μάχη» για την αξιοπρέπεια
Ο πρώην πρόεδρος του Νομαρχιακού Τμήματος ΑΔΕΔΥ Ξάνθης, Χαράλαμπος Ευστρατίου, είχε επανειλημμένα τοποθετηθεί δημόσια υπέρ της επαναφοράς των δώρων, συνδέοντας το ζήτημα όχι μόνο με το ύψος του μισθού αλλά και με την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων.
Σε δημοσίευμά του στη «Φωνή της Ξάνθης» τον Νοέμβριο του 2024, ο κ. Ευστρατίου έθετε ως βασικό αίτημα τις «πραγματικές αυξήσεις» για την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων και των οικογενειών τους.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2024, είχε εξηγήσει , μέσα από την εφημερίδα μας, ότι η ΑΔΕΔΥ προχωρούσε εκ νέου στη δικαστική διεκδίκηση της επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού, υπογραμμίζοντας ότι οι δημοσιονομικές συνθήκες είχαν αλλάξει σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Παράλληλα, καλούσε τους εργαζομένους να μην σπεύδουν σε ατομικές δικαστικές κινήσεις και να περιμένουν την επίσημη εξέλιξη της πρότυπης δίκης.
Η θέση αυτή αποκτά σήμερα διαφορετικό βάρος καθώς η πρότυπη δικαστική διεκδίκηση ολοκληρώθηκε και το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που περίμενε η συνδικαλιστική πλευρά.
Για την Ξάνθη, όμως, το ζήτημα δεν τελειώνει σε μία δικαστική απόφαση
Για έναν δημόσιο υπάλληλο που εργάζεται στην Ξάνθη, η απώλεια των δώρων συνδέεται με μία σειρά πραγματικών καθημερινών δεδομένων.
Οι μετακινήσεις μέσα στον νομό, οι αποστάσεις από ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές, το κόστος στέγασης και ενέργειας, οι ανάγκες των οικογενειών, αλλά και οι απαιτήσεις που δημιουργεί η ίδια η γεωγραφική θέση της Ξάνθης συνθέτουν ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον από εκείνο που συχνά αποτυπώνεται στους πανελλαδικούς μέσους όρους.
Και υπάρχει μία ακόμη διάσταση, η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών.
Η Ξάνθη δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει το ανθρώπινο δυναμικό του Δημοσίου ως έναν απρόσωπο αριθμό. Από την υγεία και την εκπαίδευση έως τους δήμους και τις υπηρεσίες του κράτους, η επαρκής στελέχωση αποτελεί προϋπόθεση για να μπορεί ο πολίτης να εξυπηρετείται στον τόπο του.
Ο ίδιος ο κ. Ευστρατίου έχει αναδείξει κατά το παρελθόν την ανάγκη οι δημόσιες υπηρεσίες να διαθέτουν το απαραίτητο προσωπικό, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πολιτών και στις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη Θράκη, όπου οι ανάγκες της τοπικής κοινωνίας δεν μπορούν πάντα να αντιμετωπίζονται με οριζόντιες λύσεις.
Το οικονομικό αποτύπωμα φτάνει και στην αγορά της Ξάνθης
Η μη επαναφορά των δώρων δεν αφορά αποκλειστικά το πορτοφόλι του υπαλλήλου. Ένα επιπλέον εισόδημα που θα κατευθυνόταν στην κατανάλωση θα μπορούσε να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη κίνηση στα καταστήματα, στην εστίαση, στις υπηρεσίες και συνολικά στην τοπική αγορά. Σε μία πόλη όπου η ενίσχυση της κατανάλωσης αποτελεί διαρκές ζητούμενο, κάθε απώλεια εισοδήματος έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.
Το ΣτΕ, βέβαια, στάθηκε πρωτίστως στη δημοσιονομική διάσταση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάστηκαν, η επαναφορά των τριών επιδομάτων θα συνεπαγόταν ετήσια επιβάρυνση περίπου 1,37 δισ. ευρώ, η οποία με τις εργοδοτικές εισφορές θα έφθανε περίπου στα 1,55 δισ. ευρώ. Από την άλλη πλευρά, η συνδικαλιστική επιχειρηματολογία είχε επιμείνει ότι οι σημερινές οικονομικές συνθήκες δεν είναι ίδιες με εκείνες του 2012 και ότι η αξιοπρεπής διαβίωση πρέπει να αποτελεί κεντρικό κριτήριο της μισθολογικής πολιτικής.
Από εδώ και πέρα, η μπάλα επιστρέφει στην πολιτεία
Η δικαστική οδός έκλεισε. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε το κοινωνικό και πολιτικό ερώτημα. Για τους δημοσίους υπαλλήλους της Ξάνθης, το ζητούμενο πλέον είναι αν η πολιτεία θα επιλέξει άλλους τρόπους ουσιαστικής ενίσχυσης του εισοδήματος, με πραγματικές αυξήσεις και μέτρα που να λαμβάνουν υπόψη το κόστος ζωής και τις ιδιαιτερότητες της περιφέρειας. Γιατί ένας εκπαιδευτικός που καθημερινά βρίσκεται στην τάξη, ένας εργαζόμενος στην υγεία που καλείται να καλύψει ελλείψεις, ένας υπάλληλος ενός δήμου που εξυπηρετεί πολίτες σε έναν εκτεταμένο γεωγραφικά νομό ή ένας εργαζόμενος σε μία κρίσιμη κρατική υπηρεσία δεν αξιολογείται μόνο με βάση έναν αριθμό στη μισθοδοσία. Αξιολογείται και από το αν μπορεί να ζει αξιοπρεπώς στον τόπο όπου υπηρετεί.
Και στην Ξάνθη, η συζήτηση για τον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου είναι ταυτόχρονα συζήτηση για την παραμονή ανθρώπων στην περιοχή, για τη στελέχωση των υπηρεσιών, για την ποιότητα εξυπηρέτησης του πολίτη και για την αντοχή της τοπικής οικονομίας.
Ο 13ος και ο 14ος μισθός μπορεί να έλαβαν οριστικό «όχι» από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Το αίτημα, όμως, για αξιοπρεπείς αποδοχές και ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες στην Ξάνθη παραμένει ανοιχτό. Και πλέον η ευθύνη για την απάντηση βρίσκεται καθαρά στο πολιτικό επίπεδο.
