Γράφει η Ντιάνα Τσερβονίδου
Διευθύντρια Σύνταξης
Δημοσιογράφος
Η ανθρώπινη βλακεία δεν είναι κάτι καινούργιο. Το καινούργιο είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί να μετουσιωθεί σε πράξη, για να μεταδοθεί σε ζωντανή μετάδοση σε όλο τον κόσμο. Κι όλα αυτά, γιατί πίσω από αυτή την βλακεία κρύβεται η αρρωστημένη ματαιοδοξία κάποιων να γίνουν διάσημοι από το πουθενά, όπως η εκείνη η influencer που φέρεται να κατανάλωσε ένα εξαιρετικά τοξικό καβούρι, για χάρη ενός βίντεο, με μοιραία κατάληξη.
Το πιο σοκαριστικό στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η πράξη αυτή καθαυτή, αλλά το γεγονός ότι πρόκειται για μια γυναίκα άνω των πενήντα, και όχι ένα νεαρό κορίτσι που δεν έχει αναπτύξει ακόμη την αίσθηση κινδύνου, λόγω του νεαρού της ηλικίας.
Κάποτε λέγανε ότι «η δημοσιότητα είναι ναρκωτικό», και ίσως να είχαν και δίκιο. Σήμερα, το ναρκωτικό αυτό είναι φθηνό, προσβάσιμο και μετριέται σε καρδούλες. Η επιβράβευση έρχεται σε pixels και ντοπαμίνη. Ενώ δεν λείπουν και εκείνοι που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν οποιοδήποτε τίμημα – ακόμη και την ίδια τους τη ζωή – για λίγα παραπάνω likes.
Ζούμε στην εποχή όπου η επιβίωση περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην ανάγκη για την καταγραφή της. Σε πολλές κρίσιμες περιπτώσεις, οι άνθρωποι –τα θνητά αυτά όντα του Θεού- αντί να τρέξουν να σωθούν, βγάζουν το κινητό τους. Selfies μπροστά από τρένα που περνάνε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Βίντεο σε γκρεμούς, σε φλεγόμενα τοπία και σε σκηνές ακραίου κινδύνου. Η κοινή λογική φωνάζει «φύγε». Ο αλγόριθμος όμως τους ψιθυρίζει «τράβα πλάνο».
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η τραγωδία συχνά συνεχίζεται και μετά τον θάνατο. Τα βίντεο γίνονται viral. Οι προβολές τους εκτοξεύονται και τα σχόλια πέφτουν βροχή: «Κατέγραψε τον θάνατό της», «οι τελευταίες στιγμές της γνωστής influencer », «θάνατος Online!». Ένα ιδιότυπο μνημόσυνο με hashtags και background πένθιμη μουσική.
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι μόνο εκείνοι που ρισκάρουν. Είναι και εκείνοι που παρακολουθούν. Για κάθε επικίνδυνο challenge, υπάρχει ένα πρόθυμο κοινό. Για κάθε βίντεο ξυλοδαρμού, εξευτελισμού ή προσωπικής στιγμής που γίνεται δημόσιο θέαμα, υπάρχουν χιλιάδες μάτια που καρφώνονται στην οθόνη και δεν λένε να ξεκολλήσουν. Η «κατάντια της ανθρωπότητας» δεν είναι απλώς μια βαριά κουβέντα, είναι μια πραγματικότητα που μεταφράζεται σε views.
Η σάτιρα εδώ μοιάζει περιττή – η ίδια η πραγματικότητα την ξεπερνά. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου κάποιος μπορεί να γίνει γνωστός μέσα σε μια νύχτα επειδή έδειξε το πρωινό του, το σώμα του ή την πιο ακραία εκδοχή της απερισκεψίας του.
«Πώς αλλιώς θα έχω προβολές;» είναι το άτυπο μότο της εποχής μας. Η ποιότητα δεν είναι απαραίτητη. Η βλακεία, όμως, είναι.
Θα μπορούσε κανείς να πει πως πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Δυστυχώς, δεν είναι. Είναι το σύμπτωμα μιας κοινωνίας ανθρώπων που «νοσεί» βαριά. Μιας κοινωνίας που μπερδεύει την αναγνωρισιμότητα με την αξία. Που θεωρεί ότι αν κάτι δεν καταγραφεί, δεν συνέβη ποτέ. Που προτιμά να βιώνει τη ζωή μέσα από μια οθόνη – ακόμη και τη στιγμή που η ίδια η ζωή βρίσκεται σε κίνδυνο.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι τα ίδια τα social media, αλλά η απελπισμένη ανάγκη κάποιων να τους προσέξουν. Να τους χειροκροτήσουν, να τους ζηλέψουν, να τους σχολιάσουν. Κι αν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν με ταλέντο, γνώση ή δημιουργία, τότε θα ξεχωρίσουν με απερισκεψία, με πρόκληση, με αυτοκαταστροφή. Κι όλα αυτά για να γίνουν famous ακόμη και μετά θάνατον…
Κάποτε οι άνθρωποι άφηναν παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές έργα Τέχνης, φιλοσοφικές ιδέες, βιβλία. Σήμερα αφήνουν stories που εξαφανίζονται σε 24 ώρες ή βίντεο που «παγώνουν» για πάντα τη στιγμή της «πτώσης».
Αν λοιπόν αυτή είναι η περιβόητη «πρόοδος» της ανθρωπότητας με την οποία μας «βαυκαλίζουν» συνέχεια, τότε, ίσως, αξίζει να αναρωτηθούμε, πόσα likes αξίζει τελικά η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια; Ή μήπως, τελικά, το πραγματικό challenge της εποχής μας είναι να παραμείνουμε λογικοί, σε έναν κόσμο που επιβραβεύει την τρέλα;
Fonitisxanthis.gr

