Το νεαρό ζευγάρι καταγόταν απ’ τη Γεωργία, γι’ αυτό ήξεραν απ’ τις γιαγιάδες τους, μια πολύ παλιά συνταγή, για το νοστιμότερο χατσαπούρι. Τα μυστικά που πέρασαν από γενιά σε γενιά ήταν πολλά. Πρώτα έπρεπε ν’ αφρίσει η μαγιά. Μετά άφηναν τη ζύμη να ξεκουραστεί καλά. Έπειτα χρησιμοποιούσαν μόνο το παραδοσιακό τυρί Sulguni. Τέλος, το χατσαπούρι έπρεπε να ψηθεί σε πολύ υψηλή θερμοκρασία.
Σ’ αυτόν τον ξένο τόπο που βρέθηκαν οι δυο τους, δυσκολεύτηκαν να πείσουν τον κόσμο να φάει κάτι που είχε ένα τέτοιο περίεργο όνομα. Όταν όμως το δοκίμαζαν, ξετρελαίνονταν όλοι. Δεν υπήρξε άνθρωπος που να παραπονέθηκε πως δεν του άρεσε.
Οι πρώτοι πελάτες ήταν οι εργάτες της απέναντι οικοδομής. Έφαγαν μια φορά σ’ ένα διάλειμμά τους και από τότε πήγαιναν κάθε πρωί. Οι περαστικοί, βλέποντας το μαγαζί πάντα γεμάτο, αναρωτιόντουσαν τι το ιδιαίτερο σερβίρει και κάθονταν για να το διαπιστώσουν μόνοι τους.
Ο Βαλεντίν και η γυναίκα του η Άνα, ξυπνούσαν απ’ τα χαράματα για να ζυμώσουν και να ψήσουν το γεμιστό αυτό ψωμί με το λιωμένο τυρί Sulguni. Το βράδυ γυρνούσαν στο σπίτι κατάκοποι. Έτρωγαν αν είχε μείνει κανένα χατσαπούρι απ’ το μαγαζί, γιατί μπαγιάτικα δεν πουλούσαν ποτέ στους πελάτες. Ο Βαλεντίν έβαζε μια βότκα με λίγο ταρχούν με γεύση Barberry. Το υπόλοιπο αναψυκτικό το έπινε η γυναίκα του και ξάπλωναν για να ξεκουραστούν, ευχαριστώντας τον Θεό για όσα είχαν μέχρι τώρα καταφέρει με τη βοήθειά του. Το μόνο τους παράπονο ήταν ότι δεν τους χάρισε ένα παιδί, που τόσο πολύ ήθελαν και οι δύο. Μα ήταν ακόμη νέοι.
Ακόμη δεν είχαν δώσει στο μαγαζί ένα όνομα, κι όμως η δουλειά πήγαινε όλο και πιο καλά. Νοίκιασαν και τον διπλανό χώρο και τον μετέτρεψαν σε εργαστήριο. Έβγαλαν δειλά δειλά μερικά τραπέζια έξω και αφού δεν προλάβαιναν οι ίδιοι, προσέλαβαν την Αλίκη, μια γλυκιά κοπέλα για να σερβίρει χατσαπούρι, αλλά και τα περίφημα ταρχούν, τα γεωργιανά αναψυκτικά με γεύση εστραγκόν, αχλάδι και Barberry.

Έτσι ξεκίνησαν να μαζεύονται οι φίλες της Αλίκης στο μαγαζί κι έπειτα κι άλλες κυρίες, που ζητούσαν να μάθουν την συνταγή για το ξεχωριστό αυτό έδεσμα. Η Άνα έλεγε τα συστατικά, δίχως να κρύψει κανένα. Ήξερε πως δεν πρόκειται καμιά να το κάνει ίδιο με το δικό της, γιατί δεν μπορούσαν να βάλουν την αγάπη που είχε εκείνη για τη δουλειά της και την πατρίδα της.
Βλέποντας οι άντρες της πόλης τον γυναικείο πληθυσμό που μπαινόβγαινε στην επιχείρηση να αυξάνεται μέρα με την ημέρα, άρχισαν να πηγαίνουν εκεί πιο συχνά. Αποκτούσαν οικειότητα, τις μιλούσαν, έτρωγαν μαζί με τα κορίτσια χατσαπούρι, τις κερνούσαν ταρχούν και μετά έφευγαν σε ζευγάρια. Πρώτη παντρεύτηκε η Αλίκη και ακολούθησαν οι υπόλοιπες φίλες της.
Πολύ γρήγορα βγήκε η φήμη ότι αν μπεις στο μαγαζί νηστικός και εργένης, όχι μόνο θα βγεις χορτάτος, αλλά θα βρεις και το ταίρι σου. Ανύπαντροι και ανύπαντρες άρχισαν να σχηματίζουν ουρές απ’ έξω. Κάτι μαγικό γινόταν καθώς έτρωγαν αυτό το χατσαπούρι. Η καρδιά τους έλιωνε σαν το τυρί και ήταν έτοιμη να ερωτευτεί.
– Πάει και τελείωσε! Θα ονομάσουμε το μαγαζί “Ο Άγιος Βαλεντίνος”. είπε η Άνα, σαν πιο ρομαντική και χτύπησε το χέρι της το τραπέζι.
– Τρελάθηκες; ρώτησε ο Βαλεντίν. Ρεζίλι θα γίνουμε. Θα νομίζουν πως εδώ πουλάμε εσώρουχα!
– Μα δεν βλέπεις που όλοι ζευγαρώνουν;
– Δεν ακούω τίποτα! Το μαγαζί θα το πούμε “Το χατσαπούρι του Βαλεντίν”.
– Μμμμμ! Τι μας λες; έκανε η γυναίκα του θιγμένη. Και γιατί να μην το πούμε “Το χατσαπούρι της Άνας”;
Ο Βαλεντίν σήκωνε τα χέρια ψηλά. Δεν μάλωναν, αλλά για αρκετό καιρό δεν λυνόταν αυτή η διαφωνία, μέχρι που η υπάλληλός τους, η Αλίκη, έμεινε έγκυος και ξεχάστηκε για λίγο το θέμα.
Μετά τους γάμους και των υπολοίπων κοριτσιών, άρχισαν οι γέννες. Εννιά μήνες αργότερα, ήρθε η σειρά του Βαλεντίν και της Άνας να γίνουν γονείς. Απέκτησαν ένα όμορφο κοριτσάκι, που το ονόμασαν Αγάπη. Αφού έγινε η βάφτισή της, συμφώνησαν επιτέλους και κρέμασαν την ταμπέλα πάνω απ’ την είσοδο του μαγαζιού με κατακόκκινα γράμματα: “Khachapuri of Love”.
Ούτε μετά από χρόνια, όταν το ζευγάρι δεν ζούσε πια, δεν κατέβηκε η ταμπέλα. Μα οι εποχές άλλαξαν και η γειτονιά έγινε επικίνδυνη. Η Αγάπη έκλεισε την επιχείρηση και γύρισε στη Γεωργία. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, που ήταν πια μεγάλος, το ‘δωσε στον γιο του. Εκείνος το μετέτρεψε σε μπαρ. Κάλυψε την μισή επιγραφή ζωγραφίζοντας δύο καρδούλες κι άφησε μόνο την λέξη “Love”.

