Η νεαρή νοσοκόμα μάταια προσπαθούσε να κρύψει το σοκ της. Έπιασε το χέρι του αγοριού, το οποίο είχε φέρει η μητέρα του στα επείγοντα κλαίγοντας και του διάβασε ένα παραμύθι, όση ώρα ο γιατρός του έραβε το αυτί. Έτσι χαλάρωσαν λιγάκι και οι δύο. Στο τέλος του ‘δωσε ένα γλειφιτζούρι με γεύση πορτοκάλι, λέγοντάς του πόσο γενναίο παιδί ήταν.
Ο γιατρός συμπλήρωσε ένα χαρτί για να δικαιολογήσει τις απουσίες, αλλά η μητέρα δήλωσε πως ο γιος της δεν θα ξαναπάει στο σχολείο, αν δεν φύγει η δασκάλα απ’ την οποία κινδύνευε.
Η κυρία Μαριάννα, καθώς ξεκινούσε το πρωί απ’ το σπίτι για να πάει στη δουλειά, πήρε τα σκουπίδια για να τα πετάξει και μπήκε στο ασανσέρ. Όταν έφτασε στο ισόγειο, συνάντησε την ηλικιωμένη γειτόνισσα.
– Καλημέρα Μαριάννα! Τι κάνεις κορίτσι μου; την ρώτησε.
– Καλημέρα κ. Πόπη. είπε με το ζόρι. Καλά, ευχαριστώ. Εσείς πώς είστε; Όχι πως την ένοιαζε, από ευγένεια ρώτησε.
– Εεε, πώς να ‘μαι! Από τότε που έχασα τον άντρα μου, νιώθω πολύ μοναξιά!
– Κουράγιο κ. Πόπη. Τι να πω!
– Να μου πεις γιατί και σένα σε βλέπω όλο μόνη; Σε άφησε ο φιλαράκος σου;
– Δεν είχα φιλαράκο. είπε κοφτά η κ. Μαριάννα.
– Εκείνος καλέ που ανέβαινε αργά το βράδυ κι έφευγε ξημερώματα, τι ήταν;
– Δεν καταλαβαίνω για ποιον λέτε. της απάντησε ανοίγοντας την εξώπορτα. Βγήκε στο πεζοδρόμιο για ν’ αποφύγει την περίεργη γειτόνισσα αλλά πιο πολύ, τις αναμνήσεις.
Ρίχνοντας τη σακούλα στον κάδο που βρισκόταν παρακάτω, είδε κάτι χνουδωτό. Στην αρχή το πέρασε για γατάκι, αλλά αφού δεν νιαούριζε, το ‘πιασε στα χέρια της. Διαπίστωσε ότι ήταν ένα λούτρινο αρκουδάκι, που κρατούσε μια καρδιά που έγραφε με κόκκινα, καλλιγραφικά γράμματα: “σ’ αγαπώ”. Το πέταξε κάτω και το πάτησε με τα τακούνια της. Πάλι τον θυμήθηκε, γιατί ένα ίδιο της είχε χαρίσει την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου εκείνος ο αχρείος. Ο απατεώνας που της έφαγε τα λεφτά που είχε κρατημένα για μιαν ώρα ανάγκης στην τράπεζα και εξαφανίστηκε. Τι καλά τον είχε ξεχάσει τόσο καιρό! Τι ήθελε κι αυτή η γριά καρακάξα και τον μελέτησε; Και τώρα αυτό το αναθεματισμένο κουκλάκι, μαζί με τη γιορτή του Αγ. Βαλεντίνου που πλησίαζε, την έκαναν να δακρύσει.
Πήρε μερικά τηλέφωνα σε φίλους και γνωστές. Μέχρι να φτάσει στο σχολείο που δούλευε, την είχαν ενημερώσει ότι ο τύπος είχε βρει καταφύγιο σ’ ένα μοναστήρι. Αποφάσισε να πάει εκεί μόλις τελειώσει το μάθημα, δίχως να είναι σίγουρη για ποιο λόγο ακριβώς ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο.
Η μέρα περνούσε δύσκολα. Απ’ την πίεση που ένιωθε, την έπιασε πονοκέφαλος. Τα παιδιά μάλωναν μεταξύ τους και η κ. Μαριάννα έχασε την ψυχραιμία της. Το μάτι της γυάλισε. Έβαλε μια τσιρίδα, που έκανε τους μαθητές της να κοκαλώσουν. Μπροστά της είδε αυτό το αγόρι. Είχε πιάσει μια συμμαθήτριά του απ’ τις κοτσίδες και δεν την άφηνε. Το κοριτσάκι έκλαιγε τόσο δυνατά, που της τρυπούσε το κεφάλι. Πήγε κοντά και απ’ τα νεύρα της, του δάγκωσε το αυτί με λύσσα. Ο πόνος και ο φόβος απ’ το αίμα, έκαναν το παιδί να αρχίσει να τρέχει γύρω-γύρω στην αυλή.
Κόντευε η ώρα για να σχολάσουν και η μαμά του αγοριού, όπως και οι άλλες γυναίκες που περίμεναν έξω απ’ το σχολείο, κρεμασμένες στα κάγκελα, είδαν την σκηνή. Άρπαξε το παιδί της κι έτρεξε κατευθείαν στα επείγοντα.
Κατά το απογευματάκι η κ. Μαριάννα, αφού πήρε δύο ηρεμιστικά, μπήκε στο λεωφορείο, για να πάει στο μοναστήρι όπου ευελπιστούσε να βρει τον πρώην της. Η υπεύθυνη της εκδρομής, άρχισε να μετράει τους επιβάτες, καθώς ήταν καθισμένοι στις θέσεις τους. Μετά ξεκίνησε το μέτρημα απ’ τη γαλαρία και τελείωσε στον οδηγό. Από ανασφάλεια ξαναμέτρησε πάλι απ’ την αρχή. Μέχρι και ο λεωφοριατζής κατάλαβε ότι δεν το ‘χε με τους αριθμούς. Η κ. Μαριάννα ήταν κάθε φορά το 13. Αυτό δεν της άρεσε, γιατί ήταν προληπτική. Το πρωί είχε δει στα κεραμίδια του απέναντι σπιτιού, μία μαύρη γάτα και το θεώρησε γρουσουζιά. Έφτυσε στον κόρφο της τρεις φορές.
Ενώ η κοπέλα ακόμη μετρούσε, η κ. Μαριάννα είδε έξω απ’ το παράθυρο έναν ξερακιανό μοναχό, που αντί για βαλίτσα, είχε μια χαρτόκουτα. Πρέπει να ήταν βαριά, γιατί την σκουντούσε με το πόδι. Ο οδηγός, ο οποίος ήταν πιο γεροδεμένος, την σήκωσε και την έβαλε στην μπαγκαζιέρα.
Μόλις το λεωφορείο ξεκίνησε, ο μοναχός έκανε τον σταυρό του. Είχε καθίσει δίπλα της, αλλά τους χώριζε ο διάδρομος. Ευτυχώς αυτός ήταν τώρα το νούμερο 13 στο μέτρημα. Καθώς τον παρατηρούσε, συνειδητοποίησε ότι η φυσιογνωμία του, ήταν γνωστή, δίχως όμως να μπορεί να θυμηθεί από πού.
Σταμάτησαν στα διόδια, γιατί τους ανάγκασαν τα τρακτέρ που ήταν παρατεταγμένα. Ένας αστυνομικός μπήκε μέσα και ζήτησε να δει τις ταυτότητές τους. Ένας δεύτερος, κρατώντας τον εκπαιδευμένο σκύλο με το λουρί, είπε στον οδηγό ν’ ανοίξει την μπαγκαζιέρα. Μόλις το έκανε, ο σκύλος μύρισε τις βαλίτσες κι άρχισε να σκάβει μπροστά απ’ την χαρτόκουτα του μοναχού και να γαβγίζει.
Όταν ο έλεγχος έφτασε στην κ. Μαριάννα, της ζήτησαν να τους ακολουθήσει. Η μητέρα του μαθητή που του δάγκωσε το αυτί, είχε κάνει μήνυση. Έτσι τη συνέλαβαν στα πλαίσια του αυτοφώρου και την έβαλαν στο περιπολικό.
Τη μετέφεραν στο τμήμα μαζί με τον ξερακιανό μοναχό, ο οποίος δεν αντιστάθηκε κατά τη σύλληψή του. Εκεί αποκαλύφθηκε τελικά από πού τον γνώριζε. Αν και είχε αλλάξει πολύ και δεν θύμιζε πια τον παλιό του εαυτό, αποδείχτηκε ότι ήταν εκείνος ο απατεώνας, που υπήρξε πριν χρόνια σύντροφός της. Τον έψαχνε καιρό τώρα η αστυνομία, μετά από καταγγελίες γυναικών για εξαπάτηση. Η κ. Μαριάννα δεν χάρηκε καθόλου που τον είδε. Ευτυχώς τώρα που τον έπιασαν με μια κούτα γεμάτη ναρκωτικά, σίγουρα θα έκανε χρόνια για να τον ξαναδεί.

