Γράφει η Ντιάνα Τσερβονίδου
Διευθύντρια Σύνταξης
Δημοσιογράφος
Υπάρχουν άνθρωποι που είναι εξίσου ενοχλητικοί με τις μύγες. Δεν εννοώ βέβαια όλες τις μύγες. Εξαιρώ εκείνες τις διακριτικές που περνάνε από δίπλα σου, κάνουν ένα απλό «ζζζ» και χάνονται κάπου στον ορίζοντα. Τις χαιρετάς με το βλέμμα σου, κι ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Εγώ μιλάω για τις άλλες, τις επίμονες. Αυτές που εμφανίζονται ακριβώς τη στιγμή που κάθεσαι καλοκαιριάτικα στη σκιά, με ένα παγωτό στο χέρι και μια σπάνια αίσθηση ευτυχίας, γιατί είσαι σχεδόν σίγουρος ότι κάτι καλό ετοιμάζεται, επιτέλους, να συμβεί στη ζωή σου. Τότε είναι που σκάνε μύτη. Όχι μία. Δύο. Γιατί πάντα λειτουργούν ομαδικά.
Όσο κι αν κουνάς χέρια – πόδια, όσο κι αν προσπαθείς να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου, εκείνες επιμένουν. Το ίδιο και η δίποδη εκδοχή τους: Ο άνθρωπος-μύγα. Εμφανίζεται απρόσκλητος, χωρίς καμία αίσθηση χώρου ή χρόνου, και «μπαστακώνεται» στο τραπέζι της παρέας σου. Δεν έχει σημασία αν η συζήτηση ήταν ευχάριστη ή αν κανείς δεν του έδωσε τον λόγο. Θα τον πάρει μόνος του. Και μάλιστα φωναχτά.
Η δίποδη μύγα δεν μιλά, αλλά παράγει μια ηχητική φασαρία που «τρυπάει» τα αυτιά, ακόμη και του πιο «κωφού» της παρέας. Ατελείωτες πληροφορίες, συνήθως αβάσιμες, πάντα απόσταγμα φαντασίας και μεγαλομανίας. Πάντα βεβαιότητες, ποτέ αμφιβολίες. Δεν την ενδιαφέρει αν κανείς δεν την ακούει. Αυτή συνεχίζει ακάθεκτη το λογύδριό της, μόνο και μόνο για να ακούγεται. Αν δει ότι δεν προκαλεί εντύπωση, δυναμώνει ακόμη περισσότερο τη φωνή της. Αν ούτε αυτό φτάνει για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού, στο παιχνίδι μπαίνουν τα χέρια, τα πόδια, το κινητό, τα αξεσουάρ. Κάτι τέλος πάντων να γυαλίζει, κάτι να κουνιέται. Να φαίνεται το «Brand – Name», βρε αδελφέ, γιατί διαφορετικά πώς θα την προσέξουν;
Να θες να αγιάσεις — αυτή δεν σε αφήνει.
«Όχι, εγώ ξέρω καλύτερα», δηλώνει η ανθρώπινη εκδοχή της μύγας.
«Καλύτερα από ποιον;» την ρωτάς σηκώνοντας το δεξί σου φρύδι με νόημα.
«Από όλους…» σου απαντά αυτή με την ανοησία που την χαρακτηρίζει συνήθως.
«Γιατί;» επιμένεις εσύ.
«Γιατί… έτσι…» πετά αδιάφορα.
Όταν —αφελώς— τη ρωτήσεις από πού προκύπτει αυτή η παντογνωσία, αν έχει σπουδάσει, αν έχει διαβάσει, αν έχει έστω προβληματιστεί, η απάντηση είναι έτοιμη: «Δεν χρειάζομαι πτυχία. Αυτά είναι για τους χαζούς».
Σύμφωνα με την ανύπαρκτη λογική της, «τα βιβλία είναι περιττά και η γνώση άχρηστη». Όσον αφορά, δε, την «εξυπνάδα» της; Αυτή είναι έμφυτη. Γεννήθηκε με αυτήν, τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει σε κάθε εμφάνισή της, σε κάθε συναναστροφή της με τον κόσμο που την παρακολουθεί αποσβολωμένος, γιατί και η βλακεία πρέπει να έχει ένα όριο. Όπως και όλο το χωριό της, φυσικά, ξέρει από πολιτική, από οικονομία, από κοινωνιολογία, από γεωπολιτική, από ιατρική, από ενδυματολογία, από υψηλή ραπτική και —αν χρειαστεί— από κβαντική φυσική. Χωρίς ποτέ να ανοίξει βιβλίο ή έστω ένα περιοδικό. Γιατί έχει «καθαρό μυαλό», καθαρό από «επίκτητες» γνώσεις. Αυτή έχει τις δικές της, τις «έμφυτες».
Εσύ, στο μεταξύ, προσπαθείς να κάνεις διαλογισμό εσωτερικής χαλάρωσης. Πείθεις τον εαυτό σου ότι δεν είναι εκεί – ποτέ δεν ήταν. Ότι ακούς απλώς ένα χαμηλό βουητό. Αλλά η μύγα επιμένει. Γιατί, βλέπεις, πιστεύει ότι φορά έναν αόρατο χρυσό μανδύα. Όπως ακριβώς εκείνη η μύγα με τα «χρυσά» φτερά — που στην πραγματικότητα είναι πρασινωπά και απλώς γυαλίζουν στο φως. Δεν είναι χρυσή. Απλώς πιο ενοχλητική. Και, παρεμπιπτόντως, τρέφεται από τα λύματα, από τα βρομόνερα και από κάθε είδους βιολογικά απόβλητα.
Η δίποδη μύγα είναι βέβαιη ότι λόγω του «χρυσού» της μανδύα δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα. Ούτε δουλειές, ούτε ευθύνες, ούτε αυτοκριτική. Δουλεύει μόνο η γλώσσα της. Και μάλιστα ασταμάτητα. Ξοδεύει όλη της την ενέργεια προσπαθώντας να πείσει τους άλλους ότι αξίζει, ότι πρέπει να την προσέξουν, ότι ο λόγος της είναι σημαντικός. Και κάπου εκεί ξεχνά —επιλεκτικά— μια μικρή λεπτομέρεια:
Στο τέλος, όλες οι μύγες την ίδια μοίρα έχουν.
Όταν πλέον δεν αντέχονται, η «μυγοσκοτώστρα» δεν είναι βία. Είναι Νόμος της φύσης…
Υ.Γ.: Όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται…
Fonitisxanthis.gr


