Όλοι οι κάτοικοι παραβρέθηκαν στην κηδεία της κι ας μην ήταν γέννημα θρέμμα του νησιού. Όχι πως την συμπαθούσαν, απλά πήγαν για να κουτσομπολέψουν. Κανείς δεν ήξερε για τη ζωή της, ούτε πώς τα έβγαζε πέρα. Κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες, αλλά ήθελαν να μάθουν λεπτομέρειες απ’ τον ίδιο τον μαστρο-Νίκο, έστω και τώρα που την οδηγούσαν στην τελευταία της κατοικία.
Όπως πίστευαν όλοι μέχρι τότε, η κεκοιμημένη δούλη δεν είχε περιουσία, ούτε συγγενείς. Έτσι ο παπάς της ενορίας, με τη σύμφωνη γνώμη πάντα του Αρχιμανδρίτη Διοδώρου, ο οποίος τη γνώριζε καλά, αποφάσισε να ταφεί δίπλα στον προκάτοχό του, με δόξα και τιμή αλλά και με χρήματα της εκκλησίας.
Η Παρθενόπη είχε μεγαλώσει με τους γονείς της, που ήρθαν απ’ την Μ. Ασία διωγμένοι, σε μια προσφυγική συνοικία. Ο πατέρας της έψελνε στην εκκλησία και έτσι απέκτησε επαφές με πολλούς κληρικούς. Ήταν βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι κι έτσι όταν γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους, πίστεψαν ότι είχε την έγκριση του Θεού, γι’ αυτό και το ονόμασαν Θεόκριτο.
Όταν οι γονείς τους πέθαναν, η Παρθενόπη ακολούθησε τον αδερφό της στη Γερμανία. Ο Θεόκριτος δούλεψε σκληρά. Εκείνη δεν φρόντιζε μόνο το σπίτι τους, αλλά μαζί με άλλες γυναίκες, με τις οποίες έγινε φίλη, μαγείρευε για τους φτωχούς, στα συσσίτια της εκκλησίας. Εκεί άκουσε πρώτη φορά για το μπορστς, μια ζεστή και θρεπτική λαχανόσουπα με παντζάρια, που έφτιαχναν τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Αφού είδε πώς την φτιάχνουν, τη δοκίμασε και ξετρελάθηκε.
Μια απ’ αυτές τις φίλες της Παρθενόπης, αγάπησε ο Θεόκριτος. Έκανε ένα παιδί μαζί της, χωρίς να την παντρευτεί, αν και η αδελφή του δεν το ενέκρινε αυτό. Δεν πρόλαβε όμως ο καημένος να το δει να μεγαλώνει, γιατί έχασε τη ζωή του εντελώς αναπάντεχα, σ’ ένα εργατικό δυστύχημα.
Αφού το σκέφτηκε καλά, η Παρθενόπη αποφάσισε να φύγει απ’ τη Γερμανία. Ζήτησε τη βοήθεια του Αρχιμανδρίτη Διοδώρου, φίλου του πατέρα της και κείνος την έστειλε στο διπλανό νησί, για να ‘χει έναν δικό του άνθρωπο εκεί, που να τον εμπιστεύεται.
Έμενε σ’ ένα μικρό σπιτάκι, όπου είχε ένα δωμάτιο με μονό κρεβάτι, μια ξυλόσομπα και μια μικρή κουζίνα. Η τουαλέτα ήταν έξω, στην αυλή. Η Παρθενόπη δεν προλάβαινε να κάνει φίλες. Όλη την ημέρα προσευχόταν και διάβαζε θρησκευτικά κείμενα. Ούτε την επισκεπτόταν κανείς. Μόνο ο μαστρο-Νίκος είχε πάει μια – δυο φορές στο φτωχικό της, για να της φτιάξει τη βρύση του νεροχύτη που έσταζε. Κάπως έτσι έμαθε το μυστικό της, αλλά δεν το μοιράστηκε με κανέναν.
Τις Παρασκευές που η Παρθενόπη ψώνιζε απ’ τον μπακάλη, περνούσε από έναν συγκεκριμένο δρόμο και χαιρετούσε την γιαγιά-Μαρία που καθόταν στην αυλή με την εγγόνα της. Αγόραζε λάχανο, καρότα, παντζάρια και ό,τι άλλο χρειαζόταν για να φτιάξει το αγαπημένο της μπορστς και κάθε φορά εξηγούσε στον μανάβη όλη τη διαδικασία.
Για να πληρώσει, άνοιγε το πρώτο κουμπί απ’ το πουκάμισό της και τραβούσε ένα κορδόνι, το οποίο κατέληγε στο μικρό πορτοφολάκι που είχε κρεμασμένο στο λαιμό της. Έπειτα το ξανάβαζε μέσα στη ζεστασιά του κόρφου της και κούμπωνε το πουκάμισο. Τυλιγόταν μ’ ένα κόκκινο καρό κασκόλ, για να μην κρυώνει και για να είναι ασφαλή τα λεφτά της και επέστρεφε στο σπίτι της απ’ όπου δεν έβγαινε μέχρι να τελειώσει το φαγητό και να ξαναχρειαστεί να ψωνίσει.
Έμενε μόνη, γι’ αυτό δεν ήταν απαραίτητο να μαγειρεύει συχνά. Με το μπορστς που έφτιαχνε περνούσε αρκετές μέρες. Πολλές φορές της έδιναν ένα πιάτο φαΐ οι γειτόνισσες. Ήταν ολιγόφαγη και κατά συνέπεια αδύνατη. Οι μακριές φούστες που φορούσε της έπεφταν, αν και τις συγκρατούσε με μια ζώνη. Κι έτσι κοντή όπως ήταν, δεν την κολάκευαν καθόλου.
Κάθε Κυριακή, φορούσε την μπλε καμπαρντίνα της με τα καλά της καφέ παπούτσια, που της είχε δωρίσει ο Αρχιμανδρίτης Διόδωρος. Δεν ήταν βέβαια καινούργια. Εκτός από φορεμένα, ήταν δύο νούμερα μεγαλύτερα απ’ το πόδι της και τα έσερνε. Το μόνο πράγμα πάνω της, που μαρτυρούσε ότι περιποιείται λίγο τον εαυτό της, ήταν η περμανάντ που έκανε στα λιγοστά, ξανθά μαλλιά της.
Έτσι λοιπόν πήγαινε καμπουριαστή στην εκκλησία για να βοηθήσει. Ίσως πληρωνόταν από κει. Δεν το παραδέχτηκε σε κανέναν. Ούτε καν στον μαστρο-Νίκο, που έλεγαν μια κουβέντα παραπάνω, επειδή ήταν ψάλτης και τον συναντούσε συχνά στην εκκλησία, πριν και μετά τη Θεία λειτουργία. Μα και κείνος δεν την είχε ρωτήσει ποτέ, ούτε της έδειξε πως ξέρει τι κρύβει κάτω απ’ τον νεροχύτη της.


