

“Κάθε ζωή έχει την αξία της. Είτε είναι ανθρώπου, είτε ανυπεράσπιστου ζώου. Ακόμη κι αν καμιά φορά εμείς την θεωρούμε ασήμαντη, όλα τα ζωντανά είναι απαραίτητα για να υπάρχει ισορροπία στη φύση. Και αυτό πρέπει να το διδάξουμε και στα παιδιά μας. Ο σεβασμός προς τα ζώα, θα ‘πρεπε να είναι μάθημα στα σχολεία. Αυτό το έλλειμμα φιλοζωικής κουλτούρας, πρέπει να καλυφθεί επιτέλους. Όταν φροντίζουμε τα αδέσποτα, πρέπει να είμαστε περήφανοι που το πράττουμε! Ευχαριστούμε λοιπόν τους εθελοντές μας, οι οποίοι με αυτοθυσία σώζουν τις αθώες αυτές ψυχούλες!” είπε μεταξύ άλλων στην ομιλία του ο υπάλληλος του δήμου, που ήταν καλεσμένος στην εκδήλωση του φιλοζωικού σωματείου και καταχειροκροτήθηκε. Το γεγονός ότι δεν πίστευε τίποτα απ’ αυτά που έλεγε, δεν τον ένοιαζε καθόλου. Είχε πλέον συνηθίσει το ψέμα.
Την επόμενη μέρα στο συμβούλιο, έπρεπε να απολογηθεί στους ανωτέρους του για την αύξηση των αδέσποτων στις γειτονιές. Η πίεση που του ασκούσαν, ήταν μεγάλη. Και η κριτική που δεχόταν απ’ τους απλούς πολίτες ήταν άδικη, κατά τη γνώμη του πάντα. Συσσωρεύονταν όμως όλα μέσα του κι ας έκανε και αυτός και η αδελφή του ότι μπορούσαν, ο καθένας απ’ την μεριά του. Ο Γιάννης απ’ το γραφείο του και κείνη απ’ την αυλή τους, όπου τάιζε τις αδέσποτες γατούλες.
Όταν γύρισε στο σπίτι, την είδε να κλαίει.
– Τι έπαθες; την ρώτησε.
– Άσε, τι να σου λέω!
– Τι έγινε; Μη με σκας!
– Το προηγούμενο βράδυ που είχε έρθει στην αυλή ένας μαύρος γάτος για να φάει, ήταν σκοτεινά και δεν τον είχα προσέξει καλά. Με το φως της ημέρας όμως, αποκαλύφθηκαν όλα.
– Δηλαδή; αναρωτήθηκε.
– Τρόμαξα που είδα πως η μια μεριά του κεφαλιού του, ήταν πρησμένη. Ίσως κάποιο χαλασμένο δόντι, κάποιο τραύμα από άλλο ζώο, κάποιο τσίμπημα ή το χειρότερο σενάριο, όγκος.
– Α το δύσμοιρο! έκανε ο Γιάννης πως τάχα το συμπονούσε.
– Το δεξί μάτι του γάτου είχε σχεδόν κλείσει. Έτρωγε όμως ο καημένος με τόση όρεξη, ενώ του έτρεχαν τα σάλια κι ένα μικρό μέρος της γλώσσας του, έμενε απ’ έξω κρεμασμένο. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Γι’ αυτόν κλαίω. Για τον παραμορφωμένο Βούλη.
– Ποιον;
– Τον Βούλη ντε! Το χαϊδευτικό του Βελζεβούλη.
– Α μάλιστα! Και γιατί τον λες έτσι;
– Γιατί ήταν κατάμαυρος και εμφανίστηκε ξαφνικά, σαν να ερχόταν απ’ τα σκοτάδια της κολάσεως. Ίσως να μην τον ήθελαν ούτε εκεί!
Καθώς του έβαζε γάλα για να πιει, μπερδεύονταν τα δάκρυά της με τα σάλια του, που έσταζαν στο πάτωμα και στο πιατάκι. Αφού ξεδίψασε ο Βούλης, έφυγε. Εκείνη όμως συνέχισε να κάθεται εκεί, απαρηγόρητη, επειδή δεν μπόρεσε να τον πιάσει και να τον πάει στον κτηνίατρο. Ήταν άγριος και φοβόταν πως θα την δάγκωνε. Ο Βελζεβούλης όμως ξαναήρθε τα χαράματα. Την ξύπνησε το απόκοσμο εκείνο νιαούρισμά του, που μοιάζει κλάμα μωρού που χάνει το βυζί της μάνας στον ύπνο του και το ψάχνει απελπισμένα. Ήταν νύχτα ακόμη και φαίνονταν μόνο τα καταπράσινα ματάκια του. Το ένα δηλαδή, γιατί το άλλο ήταν μισόκλειστο. Σφίχτηκε η καρδιά της. Ο κτηνίατρος την συμβούλεψε να πάρει μια αντιβίωση και να την βάζει μέσα στην τροφή του Βούλη. Πράγματι μέσα σε λίγες μέρες έγινε καλά. Αλλά η χαρά της δεν κράτησε για πολύ. Κάποιο άλλο ζώο αρρώστησε, με αποτέλεσμα εκείνη να αγχωθεί και να στεναχωρηθεί. Ο Γιάννης έβλεπε την αδερφή του πάντα λυπημένη. Την αγάπη και την γαλήνη που της πρόφεραν, δεν μπορούσε να την νιώσει. Ήθελε μόνο να κρατάει τα αρνητικά.
Κόντευαν Χριστούγεννα και η πόλη είχε φωτιστεί με πολύχρωμα φωτάκια απ’ άκρη σ’ άκρη. Όλοι χαίρονταν, εκτός απ’ τον Γιάννη. Από τότε που έχασε τους γονείς του, οι γιορτές τον μελαγχολούσαν. Με την προτροπή της αδερφής του, είχε επισκεφτεί παλαιότερα έναν ψυχίατρο, ο οποίος της τόνισε πως η περίπτωσή του θέλει προσοχή και πως ήταν ικανός να κάνει κακό στον εαυτό του, ο κατά τα άλλα λειτουργικός αδελφός της. Εκείνη του θύμιζε πως πρέπει να παίρνει τα φάρμακά του και να μην πίνει. Το αλκοόλ τον έκανε άλλον άνθρωπο, επικίνδυνο. Ο Γιάννης όμως, με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, τα σταμάτησε. Περνούσε δύσκολες ώρες κι ας μην το παραδεχόταν.
Απ’ τη δουλειά του πλέον τον εκβίαζαν απροκάλυπτα για να δράσει αποτελεσματικά. Απ’ την άλλη κάθε τόσο στο σπίτι έβλεπε την αδερφή του να στεναχωριέται για κάποια γάτα και να του ζητάει τη βοήθειά του, λόγω της θέσης του. Όλα αυτά λειτούργησαν περίεργα στο σκοτεινιασμένο μυαλό του. Πίστεψε ότι εκείνες έφταιγαν για όλα αυτά που περνούσε. Σε συνδυασμό με μια δελεαστική πρόταση που του έγινε, ότι αν τα κατάφερνε και μείωνε τον αριθμό των αδέσποτων, θα είχε ένα διόλου ευκαταφρόνητο μπόνους, κατέστρωσε το ειδεχθές σχέδιό του.
Αφού ήπιε ένα μπουκάλι ουίσκι μόνος του στο Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν, βγήκε στους δρόμους και άφηνε δηλητηριασμένες γατοτροφές σε κάθε γωνιά. Έπειτα, σαν να μη συνέβη τίποτα, πήγε στο σπίτι του για να κοιμηθεί και δεν ξύπνησε ποτέ.
Την επόμενη μέρα, των Χριστουγέννων, οι δρόμοι είχαν γεμίσει νεκρές γάτες. Ο κόσμος σοκαρίστηκε. Η αδελφή του δεν σταμάτησε να κλαίει και να μαζεύει άψυχα ζώα. Οι περισσότερες γάτες που τάιζε, εξοντώθηκαν. Λιγότερες απ’ τις μισές, κατάφεραν να επιβιώσουν. Ανάμεσά τους και ο Βελζεβούλης, ο οποίος για πρώτη φορά την πλησίασε, τρίφτηκε στα πόδια της και την άφησε να τον χαϊδέψει.
