Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου

 

Ο Αρτέμης καθόταν σ’ ένα παγκάκι μπροστά απ’ τα ΚΤΕΛ. Το λεωφορείο ήρθε. Το ρολόι έγραφε 13 και 14 πρώτα λεπτά. Ο κόσμος κατέβηκε ζαλισμένος. Ο οδηγός βγήκε να ξεμουδιάσει, αφήνοντας τις πόρτες ανοιχτές για να αεριστεί ο χώρος. Ο Αρτέμης μπήκε απ’ την μπροστινή πόρτα. Περπάτησε μέχρι την γαλαρία, μετρώντας τις άδειες θέσεις. Στο τέλος βγήκε απ’ την πίσω πόρτα. Πήρε φόρα και πήδηξε όλα μαζί τα σκαλιά. Βρέθηκε στο πεζοδρόμιο και ξανακάθισε στο ίδιο παγκάκι απογοητευμένος. Η κοπέλα του δεν είχε έρθει.

Οι ώρες περνούσαν και άρχισε να κρυώνει. Μπήκε στο μαγαζάκι που ήταν σαν προέκταση του ΚΤΕΛ, για να πιει ένα τσίπουρο να ζεσταθεί. Τρία τραπέζια είχε όλα κι όλα. Στους τοίχους υπήρχαν κρεμασμένες φωτογραφίες του ιδιοκτήτη με διάφορους τραγουδιστές. Η ξυλόσομπα είχε ζεστάνει την ατμόσφαιρα. Η παρέα απ’ το διπλανό τραπέζι τραγουδούσε με τη συνοδεία μιας κιθάρας: “ο μήνας ε, ο μήνας έχει 13…”. Πράγματι ήταν 13 του Δεκέμβρη. Τον κάλεσαν να καθίσει μαζί τους. Αρνήθηκε ευγενικά. Το βλέμμα του ήταν στραμμένο προς το λεωφορείο, που θα έφευγε.

Είχε τελειώσει το τσίπουρό του. Ο μαγαζάτορας, δίχως να τον ρωτήσει, άφησε δίπλα του έναν ελληνικό καφέ, κερασμένο, όπως χαρακτηριστικά είπε. Ο οδηγός του λεωφορείου έβαλε μπρος τη μηχανή. Κάτι ανακοίνωσε μια γυναικεία φωνή απ’ το μικρόφωνο, που ο Αρτέμης δεν κατάλαβε. Σαν να τον τσίμπησε μύγα, άφησε ένα δεκάρικο και δύο δίευρα πάνω στο τραπέζι, αν και ο λογαριασμός ήταν 13€ και μπήκε σ’ εκείνο το λεωφορείο, δίχως να περιμένει τα ρέστα. Μέτρησε ξανά τα άδεια καθίσματα. Βγήκε τρέχοντας απ’ την πίσω πόρτα. Δεν έβρισκε το θάρρος να ξεκινήσει το ταξίδι δίχως την κοπέλα του, η οποία ακόμη δεν εμφανίστηκε.

Κάθισε στο ίδιο τραπέζι. Ευτυχώς ο μαγαζάτορας δεν είχε πάρει τον καφέ, παρά μόνο τα λεφτά. Τον ήπιε, αν και είχε κρυώσει, ενώ έβλεπε το λεωφορείο να φεύγει.

– Είναι ανοιχτό το φλιτζάνι; τον ρώτησε μια νεαρή τσιγγάνα, την οποία δεν είχε προσέξει τόση ώρα. Είχε αχτένιστα, κατάμαυρα μαλλιά. Στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι του και κοιτούσε μέσα στο άδειο φλυτζάνι, με τα γυαλιστερά της μάτια.

– Τι να είναι; απόρησε ο Αρτέμης.

– Καλέ δείχνει δρόμο ο ντελβές; ξαναρώτησε η τσιγγάνα. Στάσου πιο κει να δω εγώ! του είπε, μιας και κείνος δεν ήξερε τι να της απαντήσει. Με το ένα της χέρι τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει δίπλα του, ενώ με το άλλο αναποδογύρισε το φλυτζάνι πάνω στο πιατάκι, αφού πρώτα το έφερε τρεις στροφές.

– Μα τι κάνεις; διαμαρτυρήθηκε ο Αρτέμης.

– Ε, πώς θα δω αν έχεις δρόμο για; κι έστρωσε μια χαρτοπετσέτα πάνω στο τραπέζι για να το ακουμπήσει.

Όλο το κατακάθι έμεινε στο πιατάκι.

– Δεν θέλω να δεις τίποτα. είπε ο Αρτέμης κοφτά. Ξέρω.

– Τι ξέρεις; Να λες το φλυτζάνι;

– Όχι. Ξέρω ότι θα γυρίσω πίσω. αποκρίθηκε εκείνος.

– Κι αυτό δρόμος είναι, αρκεί να τον θέλεις. απάντησε η τσιγγάνα, την ίδια στιγμή που σήκωνε το φλυτζάνι, που ‘χε ακουμπήσει ανάποδα για να στεγνώσει.

– Τζάμπα θα το κοιτάξεις. Δεν έχω να σου δώσω τίποτα.

– Έχεις, έχεις. είπε η νεαρή τσιγγάνα, την ώρα που κοιτούσε τον ντελβέ.

– Αφού σου λέω δεν έχω! Κοίτα! είπε ο Αρτέμης και σηκώθηκε όρθιος. Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και έβγαλε προς τα έξω την φόδρα.

– Ε, δεν είναι μόνο τα λεφτά πασά μου! διαμαρτυρήθηκε η τσιγγάνα.

– Δηλαδή; Τι άλλο είναι;

– Να δες εδώ το τρίγωνο! του είπε και έδειξε με το δάχτυλό της μέσα στο φλιτζάνι. Το βλέπεις;

– Όχι, αλλά δεν πειράζει!

– Ένας φίλος, θα χρειαστεί τη βοήθεια σου. Και συ θα του την δώσεις. Είσαι μεγάλη καρδιά! Καλά σε κατάλαβα!

– Μάλιστα. Κάτι άλλο;

– Μια υπόθεσή σου, θα κλείσει, αλλά θα ‘χεις μεγαλύτερους μπελάδες! Εσένα σε κυνηγάει το 13.

– Το 13; έκανε ο Αρτέμης και ένα γέλιο του ξέφυγε. Ποιο 13;

– Ξέρω και γω; Ο αριθμός 13. Τι να σου πω!

– Ωραία θα αγοράσω λαχείο. Την 13η σειρά. Αυτά λοιπόν; Τελείωσες;

– Όχι βέβαια! Λέει πολλά το φλιτζάνι! Θα κάνεις κι έναν ωραίο γάμο!

– Και από πού το συμπεραίνεις αυτό;

– Να, δες τι ωραίο κύκλο έχει αφήσει ο καφές πάνω στην χαρτοπετσέτα!

– Αααα! Τώρα μάλιστα. Σώθηκα!

– Καλά. Μην πιστεύεις! Ο ντελβές όμως, μίλησε. είπε η τσιγγάνα κι έφυγε.

Πίσω της σχεδόν, πήγε ο Αρτέμης, που είχε πάρει πια την απόφαση να γυρίσει στο σπίτι του. Δεν υπήρχε περίπτωση να ‘ρθει το κορίτσι. Η τσιγγάνα προχώρησε, ενώ αυτός σταμάτησε στο εκκλησάκι. Παρ’ όλο που δεν πίστευε, άναψε ένα κερί. Έκανε τον σταυρό του και ασπάστηκε την εικόνα της Παναγίας. Πρόσεξε δίπλα της μια στοίβα με χαρτάκια, που έγραφαν από πάνω υπέρ υγείας και από κάτω ονόματα. Δίπλα, μια άλλη, υπέρ αναπαύσεως. Ένα μόνο του, έγραφε υπέρ τεκνοποίησης. “Έπρεπε να είχε αφήσει και το τηλέφωνό της” είπε μέσα του ο Αρτέμης και γέλασε πονηρά. Σταμάτησε μόλις είδε τον παπά να βγαίνει απ’ το εκκλησάκι, για να μπει στην πολυτελέστατη mercedes του. Ένας τετράπαχος, κοντούλης γέροντας, με δυο προγούλια. “Στην πείνα είναι ο καημένος ο παππούλης!” σκέφτηκε ειρωνικά.

Πίσω απ’ το εκκλησάκι, η νεαρή τσιγγάνα έλεγε την μοίρα στους περαστικούς. Ο παπάς μόλις την αντιλήφθηκε θύμωσε κι άρχισε να της φωνάζει για να φύγει. Εκείνη όμως δεν άκουσε. Την έσπρωξε βίαια και συνέχισε να την βρίζει χυδαία, ενώ ήταν πεσμένη κάτω. Σε έξαλλη κατάσταση ο χοντρός παπάς, άρχισε να καλεί την αστυνομία. Η τσιγγάνα φοβήθηκε και προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά εκείνος την είχε πιάσει απ’ τα μαλλιά κι ας τον έβλεπε ο κόσμος, δεν τον ένοιαζε καθόλου. “Αυτός ο χαμένος τώρα, διδάσκει τον λόγο του Θεού! Δεν ντρέπεται λίγο;” μονολόγησε ο Αρτέμης. Πηγαίνοντας πιο κοντά, είδε στην στροφή του δρόμου μια αστυνομική μοτοσυκλέτα, με πινακίδες Ε.Α.1314. Αγανάκτησε καθώς σκέφτηκε πως κάπου εκεί γύρω θα ήταν και το όργανο της τάξης, που φώναζε ο παπάς για να τον “βοηθήσει” και όπου να ‘ναι θα ‘ρχόταν για να συλλάβει την τσιγγάνα. Ο Αρτέμης την σήκωσε γρήγορα-γρήγορα κι άρχισαν να τρέχουν προς τα ΚΤΕΛ. Ο χοντρός παπάς φώναζε ακόμη πιο δυνατά, ενώ η μηχανή της ΕΛ.ΑΣ. τους κυνηγούσε.

Μπήκαν στο πρώτο λεωφορείο που αναχωρούσε. Ο αστυνομικός ευτυχώς τους έχασε μέσα στον κόσμο. Την ώρα που ο Αρτέμης πλήρωνε τα εισιτήριά τους, η τσιγγάνα του έδειχνε τα νούμερα των μπροστινών θέσεων και γελούσε ευχαριστημένη. Τα ταμπελάκια έγραφαν 14 και 13. Ο ντελβές είχε μιλήσει.

Share.
Exit mobile version