

Η Φουιλάν έμαθε να κατασκευάζει το παραδοσιακό μουσικό όργανο της χώρας της απ’ την γιαγιά της. Εκείνη είχε ακολουθήσει τις οδηγίες του δικού της παππού και αυτός με την σειρά του διδάχτηκε την τέχνη, απ’ τον ίδιο τον Σούχε. Τον βοσκό που είχε χάσει το αγαπημένο του άλογο και δημιούργησε το όργανο αυτό χρησιμοποιώντας τα οστά, το δέρμα και τις τρίχες της ουράς του, για να το κρατήσει ζωντανό μέσω της μουσικής. Το μορίν χουούρ που έπαιζε η Φουιλάν όμως, δεν ήταν καλυμμένο με δέρμα. Το είχε φτιάξει από ξύλο βελανιδιάς. Έμοιαζε με μεγάλο βιολί, που στο τελείωμά του είχε ένα σκαλιστό κεφάλι αλόγου. Είχε διαλέξει τις πιο γερές τρίχες απ’ την ουρά του ισχυρότερου επιβήτορα, για την αρσενική χορδή και λιγότερες απ’ τις φοράδες, για την θηλυκή, αλλά και για το δοξάρι.
Η μητέρα της Φουιλάν ήθελε το μοναχοπαίδι της δίπλα της, για να την βοηθάει στην φροντίδα των ζώων. Το κοπάδι των άγριων αλόγων που είχαν στην κατοχή τους, το εξημέρωσε μόνη της η γιαγιά, παίζοντας το μορίν χουούρ του πατέρα της. Ήταν όλοι νομάδες και τα έβγαζαν δύσκολα πέρα. Δεν υπήρχαν πολυτέλειες. Ζούσαν με τα απολύτως απαραίτητα. Η μητέρα της πίστευε ότι όσα μάθαινε η κόρη της ήταν περιττά, γιατί δεν χρειαζόταν να αποκτήσουν περισσότερα άλογα. Άρα ποιος ο λόγος να παίζει μουσική; Από την άλλη καταλάβαινε ότι μπορεί μεν το κορίτσι ν’ αγαπούσε τα ζώα και να είχε ένα μοναδικό δεσμό μαζί τους, το μυαλό της όμως ήταν συνέχεια στη μουσική. Όταν πέθανε η γιαγιά, ήρθε η σειρά της Φουιλάν να πάρει την θέση της.
Κάθε μέρα τάιζε και πότιζε τ’ άλογα. Έπειτα καβαλούσε το πιο δυνατό, έπαιρνε μαζί της άλλα δύο και πήγαινε για να μαζέψει ξύλα. Η μητέρα της, που έμενε πίσω στην σκηνή, άρμεγε τα θηλυκά. Το γάλα συνήθως το αντάλλασσαν με κρέας. Απ’ αυτό που κρατούσαν, παρασκεύαζαν το αϊράγκ, ένα παραδοσιακό, ελαφρώς αλκοολούχο ποτό.
Κάποιες φορές, η Φουιλάν καθόταν στο ξύλινο σκαμνί της γιαγιάς, έβαζε το μορίν χουούρ ανάμεσα στα γόνατά της και όση ώρα η μητέρα της βούρτσιζε τ’ άλογα, εκείνη έπαιζε μουσική για να τα κρατάει ήρεμα. Τα ζώα την άκουγαν σαν υπνωτισμένα. Κοιτούσαν τα χέρια της καθώς χάιδευε το μουσικό όργανο. Όταν σταματούσε, θαρρείς και ξυπνούσαν από κάποιο όνειρο κι άρχιζαν να τρέχουν σαν τρελά, για να ξεμουδιάσουν.
Η ξηρασία που ταλαιπωρούσε την περιοχή εκείνη την περίοδο, τους έκανε να φορτώσουν τις σκηνές στ’ άλογα και ν’ αλλάξουν τόπο κατοικίας. Ένας κάμεραμαν και μια δημοσιογράφος, εμφανίστηκαν τότε και ήθελαν να τους ακολουθήσουν, για να κάνουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή τους.
Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα και σύντομα έφτασε το τελευταίο τους βράδυ με τους νομάδες. Είχαν ακούσει την Φουιλάν να παίζει το μορίν χουούρ της και είχαν δει πώς ο μελαγχολικός του ήχος μάγευε τ’ άλογα. Το συζήτησαν μεταξύ τους, ενημέρωσαν τους κατάλληλους ανθρώπους γι’ αυτό το μουσικό – φαινόμενο πίσω στην χώρα τους και τους έδωσαν το πράσινο φως για να της κάνουν την μεγάλη πρόταση. Την ίδια κιόλας νύχτα, το κορίτσι τους εξέπληξε παίζοντας γι’ άλλη μια φορά, καθώς συνόδευε τις αφηγήσεις μύθων απ’ την μητέρα της.
– Παίζει καταπληκτικά! είπε η δημοσιογράφος στον διερμηνέα, για να το μεταφέρει στην Φουιλάν. Δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο πουθενά στον κόσμο! Είναι σαν ν’ ακούω τ’ άλογα να καλπάζουν.
– Ευχαριστώ πολύ. απάντησε εκείνη, ακουμπώντας τα δυο της χέρια στην καρδιά.
– Θέλω να ‘ρθει μαζί μας αύριο. Μπορώ να την κάνω διάσημη! Θ’ ακούγεται παντού! ξανάπε η δημοσιογράφος. Ο κόσμος θα την λατρέψει, απ’ την πρώτη νότα!
– Λέει πως δεν είναι σίγουρη. Πού θ’ αφήσει την μαμά της; Ποιος θα την βοηθάει εδώ; είπε ο μεταφραστής.
– Μα θα βγάζει τόσα λεφτά, που θα μπορεί να πληρώνει κάποιον γι’ αυτήν την δουλειά. Άσε που θα ‘ρχεται να την βλέπει όποτε θέλει.
– Δεν ξέρει, λέει, θέλει να το σκεφτεί. ξαναέκανε την μετάφραση.
Έπειτα τους κέρασαν αϊράγκ, για να ζεσταθούν. Οι ξένοι είχαν μαζί τους ένα φλασκί με κονιάκ κι έδωσαν σ’ όλους να δοκιμάσουν. Η Φουιλάν μέθυσε με τις πρώτες γουλιές. Ίσως αυτό την έκανε τελικά να δεχτεί την πρότασή τους.
Αποχαιρέτησε την μητέρα της και το κοπάδι. Τα ξημερώματα πέταξαν για την πατρίδα τους. Το ταξίδι ήταν μακρύ και κουραστικό. Όταν επιτέλους έφτασαν, έπιασαν κατευθείαν δουλειά. Την πήγαν στις μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρείες για να την ακούσουν, όπου και κει ξετρελάθηκαν όλοι. Άρχισε να ηχογραφεί δίσκους, οι οποίοι γίνονταν ανάρπαστοι και να εμφανίζεται σε μαγαζιά. Η επιτυχία της ήταν τεράστια και όντως έβγαζε πολλά λεφτά. Σιγά-σιγά έμαθε την γλώσσα και δεν χρειαζόταν πια τον διερμηνέα που είχε ταξιδέψει μαζί της. Ο ελεύθερος χρόνος της όμως γινόταν ολοένα και λιγότερος. Δεν προλάβαινε να πάει να δει την μητέρα της, όπως της είχαν υποσχεθεί, μα ούτε και κείνη αποφάσιζε να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι για να δει την διάσημη πλέον κόρη της.
Τα πρώτα χρόνια ήταν όμορφα. Ακουγόταν στα ραδιόφωνα και έδινε συνεντεύξεις στην τηλεόραση. Όλα ήταν καινούργια και ήθελε ν’ ανακαλύψει τα πάντα. Έπειτα όμως από μερικές συναυλίες, κατάλαβε πως δεν ασκούσε την ίδια επιρροή πάνω στον κόσμο, όπως στ’ άλογά της. Το ‘βλεπε ξεκάθαρα. Άλλος μιλούσε, άλλος έτρωγε και κανείς δεν την κοιτούσε στα μάτια, ούτε την παρακολουθούσε όπως έπρεπε ή τουλάχιστον όπως εκείνη θα ‘θελε. Όταν έμενε μόνη μελαγχολούσε στην μεγάλη και ξένη χώρα. Άρχισε να την πιάνει νοσταλγία για τον τόπο της. Κάθε φορά που το σκαλιστό αλογάκι του μορίν χουούρ, ακουμπούσε τον ώμο της, θυμόταν τα δικά της ζώα και συγκεκριμένα τον κατάμαυρο επιβήτορα που έτρεχε ανέμελος δίπλα στην καφετιά φοράδα και τα δάκρυά της κυλούσαν στο μάγουλό της κι έπειτα στο ξύλινο κεφάλι του αλόγου.
Όταν μια φορά ενώ έπαιζε, της φάνηκε πως άκουσε τα χλιμιντρίσματά τους, κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα. Χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα, έφυγε σαν τον αέρα που περνάει μέσα απ’ το φύλλωμα των δέντρων. Το ίδιο βράδυ μάζευε τα πράγματά της. Ήπιε ένα μπουκάλι κονιάκ που είχε στο ντουλάπι και αποκοιμήθηκε. Στο όνειρό της είδε τον παππού και την γιαγιά της να την καλούν να γυρίσει πίσω. Την άλλη μέρα πετούσε για την πατρίδα της, κάνοντας τους πάντες ν’ απορούν, πώς μπορεί να παρατάει καριέρα και πλούτη για μια ασήμαντη γι’ αυτούς ζωή.