Τρίτη, 23 Ιουλίου

 

  “Η νύχτα, εδώ και ώρα, έπεσε σαν μαύρο σεντόνι πάνω απ’ τα κεφάλια μας.” Γέλασε δυνατά καθώς διάβαζε τέτοια κοινοτοπία. “Σε λίγο θα μας ξεσκεπάσει ο ήλιος, αδιάκριτος όπως πάντα, γιατί ξημερώνει.” Είχε βρει το παλιό της ημερολόγιο, κρυμμένο, μέσα σ’ ένα τάβλι, καθώς συμμάζευε το δωμάτιό της. Είχε χρόνια να γράψει, αλλά και να παίξει τάβλι, γιατί πάντα θύμωνε όταν έχανε, στη ζωή και στο παιχνίδι. Έτσι λοιπόν ξεκινούσε να περιγράφει, πώς γνωρίστηκαν με τον Θωμά. Της φάνηκε εντελώς χαζό, μετά από τόσα χρόνια, αλλά συνέχισε να διαβάζει, από περιέργεια και μόνο.
“Πίστευα πως θα ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες, που είχαμε βγει για ένα χαλαρό ποτό, μετά τη δουλειά, κοριτσοπαρέα, στο στέκι μας. Δεν ήξερα όμως πως εκείνη τη νύχτα, θα έπαιζε ένα συγκρότημα απ’ την Θεσσαλονίκη. Ο Θωμάς στην κιθάρα και το τραγούδι, ο Δημήτρης στο μπάσο και ο Γιάννης στο μπουζούκι και στον μπαγλαμά. Πριν ξεκινήσουν, τους γνωρίσαμε και τους ευχηθήκαμε καλό κουράγιο, επειδή η νύχτα θα ήταν μεγάλη, μιας και είδαμε το κοινό τους και γιατί, κυρίως, ξέραμε εμάς τις ίδιες. Όλα ήταν έτοιμα και το live ξεκίνησε. Έπαιζαν ξένα τραγούδια στην αρχή. Ανάμεσα σ’ αυτά το Paint it black των Rolling Stones. Συνέχισαν με ελληνικά, ροκ και έντεχνα. Τους ζήτησαν Παπακωνσταντίνου Βασίλη απ’ το ένα τραπέζι, Θανάση απ’ το άλλο. “Να κοιμηθούμε αγκαλιά” απ’ τη μία και “μιλώ για σένα” απ’ την άλλη. Εμείς, ζητήσαμε Καββαδία. Τους “7 νάνους”, μελοποιημένο απ’ τον Θ. Μικρούτσικο. Αντί για εφτά φώναξα επίτηδες: “Θωμά… σε παίρνει αριστερά”.  Κατάλαβε και γέλασε. Δεν έλεγαν όχι σε κανέναν. Το μαγαζί γέμισε και ο κόσμος τραγουδούσε μαζί τους σαν να ήταν όλοι μια παρέα. Είχαμε πιεί αρκετή βότκα και μέχρι να τελειώσουν το πρόγραμμα, είχα ήδη μεθύσει. Όταν σταμάτησαν να παίζουν, ο τραγουδιστής ήρθε στην παρέα μας. Αρχίσαμε να μιλάμε, πρώτα για την πόλη του, μετά για ποίηση και μουσική. Έδειχνε όμως να ενδιαφέρεται και για την ζωή στο νησί μας και για μένα. Ήταν πια αργά, όταν σηκωθήκαμε για να φύγουμε. Εγώ εννοείται πως δεν ήθελα, αλλά η παρέα με τράβηξε. Ο Θωμάς μου είπε πως έπαιζε και την άλλη μέρα, ρεμπέτικα αυτή την φορά. Θα τραγουδούσε ο Γιάννης, που έπαιζε μπουζούκι. Ο ψηλός, με τα καστανά μαλλιά. Ήταν τόσο σγουρά, φουντωτά και μακριά που τα είχε συνεχώς πιασμένα κοτσίδα για να μην τον ενοχλούν. ” Δεν το χάνω με τίποτα!” του είπα και φύγαμε.
Έτσι πήγαμε και την επόμενη νύχτα. Καθίσαμε στα σκαμπό του μπαρ, από την έξω μεριά του μαγαζιού, γιατί είχε πολύ ζέστη. Αυτοί έπαιζαν μέσα, για να μην ακούγονται πολύ δυνατά και ενοχλούν τους γείτονες στα γύρω σπίτια. Το κέφι άναψε με τα ρεμπέτικα και μείς πίναμε τσίπουρο, για αλλαγή και για να ταιριάζει με το ύφος των τραγουδιών. Πολύ γρήγορα, εκτός του ότι ζεστάθηκα απίστευτα, ζαλίστηκα και σε μια παύση της μουσικής, φώναξα να παίξουν ένα τραγούδι που μου άρεζε και ήθελα πολύ να το ακούσω εκείνη την στιγμή: τον πόνο του πρεζάκια. Μέσα στο μαγαζί όμως είχε φασαρία και δεν με άκουσαν. Οπότε έπαιξαν κάποιο άλλο κομμάτι. Στην επόμενη παύση, ξαναφώναξα: τον πόνο του πρεζάκια! Καμιά ανταπόκριση. Δεν το έβαλα κάτω. Τον πόνο του πρεζάκια! είπα για τρίτη φορά. Σκέφτηκα πως ίσως δεν το ήξεραν. Παρόλα αυτά, συνέχισα επίμονα να το ζητάω! Πάλι τίποτα. Δεν περίμενα άλλο. Ξεκινήσαμε λοιπόν να το τραγουδάμε a cappella. “Απ’ τον καιρό που άρχισα…”. Επιτέλους μας άκουσαν οι μουσικοί και ξεκίνησαν να μας συνοδεύουν. Ο κόσμος από τα άλλα τραπέζια μας κοιτούσε περίεργα. Αυτός που είχε το μαγαζί, έκανε νοήματα με τα χέρια, που όμως δεν καταλαβαίναμε. Ο σκύλος του, ένα μεγάλο λυκόσκυλο, άρχισε να γαβγίζει. Λες να μην του άρεζε η φωνή μας; Σαν να ήμασταν σ’ ένα παράλληλο σύμπαν εμείς, ολοκληρώσαμε το τραγούδι. Μόνο τότε, καταλάβαμε τί γινόταν πάνω απ’ το κεφάλι μας, στην κυριολεξία. Ο κυρ Νίκος, που έμενε στον πρώτο όροφο, βγήκε με το σώβρακο στο μπαλκόνι και άρχισε να βρίζει που τον ξυπνήσαμε και να μας φωνάζει να κάνουμε ησυχία για να κοιμηθεί. Εμείς απτόητες, χωρίς να του δώσουμε καμιά σημασία, ξεκινήσαμε, πιο δυνατά αυτή τη φορά, ένα άλλο ρεμπέτικο. “Πως η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται όταν η λήγουσα είναι μακρά”. Στο τέλος, αφού μας είπε να σκάσουμε, μπήκε μέσα στο σπίτι του. Ο σκύλος σταμάτησε να γαβγίζει. Νομίζαμε πως κερδίσαμε και ξεσπάσαμε σε χειροκροτήματα. Τί χαζομάρα! Σε λίγο ήρθε η αστυνομία και μας μάζεψε. Το μαγαζί έκλεισε πριν την ώρα του.
Πάλι νόμιζα, πως η βραδιά μας χάλασε, αλλά ευτυχώς έκανα λάθος. Στο κρατητήριο το γλέντι συνεχίστηκε. Ο μπουζουξής, είχε πάρει μαζί του ένα μπαγλαμαδάκι και ξεκίνησαν να τραγουδάνε “το βαπόρι απ’ την Περσία”. Οι αστυνομικοί μας φώναζαν έναν – έναν για να δώσουμε τα στοιχεία μας και μας άφηναν να φύγουμε. Ο Θωμάς, με πήρε λίγο πιο πέρα, με κόλλησε στον τοίχο και δίχως προειδοποίηση, με φίλησε. Δεν αντιστάθηκα. Για λίγα δευτερόλεπτα ήταν ωραία και τα χείλη του τόσο απαλά. Αλλά μόλις έκλεισα τα μάτια μου, όλα άρχισαν να γυρίζουν. Ευτυχώς πρόλαβα και τρέχοντας, έφτασα μέχρι την λεκάνη, όπου έκανα εμετό. Ο καημένος, με κοιτούσε σαστισμένος. Προφανώς δεν είχε καταλάβει ότι είχα πιεί τόσο πολύ. Ευτυχώς, αυτός ήταν καλύτερα. Τελικά, αφού του πήρε λίγο χρόνο για να το σκεφτεί, ήρθε κοντά μου. Ένιωθα πολύ άσχημα. Μου χάιδεψε το κεφάλι και μου έδωσε ένα χαρτομάντιλο.
Όταν τελικά μας άφησαν να φύγουμε, καληνυχτίσαμε τους υπόλοιπους της μπάντας και τις φίλες μου και ξεκινήσαμε για το σπίτι μου. Στο δρόμο, μου είπε πως την άλλη μέρα φεύγει απ’ το νησί. Δεν μπόρεσα να μιλήσω. Μου ήρθε πολύ απότομα. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και είπαμε να πάμε για καφέ το πρωί.
Όπως έπεσα στο κρεβάτι, έτσι ξύπνησα απ’ το τηλέφωνο που χτυπούσε, δίχως να αλλάξω πλευρό. Με τα ρούχα και μπρούμυτα πάνω στο στρώμα. Το σήκωσα και ταυτόχρονα ξεντύθηκα και έβαλα κάτι ανάλαφρο. Ήταν εκείνος. Μου είπε πού να βρεθούμε. Πήρα το ποδήλατο και τον συνάντησα στο λιμάνι. Καθίσαμε σε μια καφετέρια, παραγγείλαμε και με ρώτησε αν ήμουν καλύτερα απ’ το προηγούμενο βράδυ. Δεν ήμουν. Ήταν όλα θολά. Μου έπιασε το χέρι και γω τον κοιτούσα στα μάτια. Ήμουν σίγουρη ότι κάτι ήθελε να πει, αλλά δεν το ‘λεγε. Γιατί οι άνθρωποι να κρατάνε μέσα τους τόσο σπουδαία μυστικά; Πώς αντέχουν το βάρος τους; Η ώρα πέρασε, έτσι και γω, καθώς ήμουν ξενυχτισμένη, δίχως να το θέλω, χασμουρήθηκα. Μπορεί και να με είδε. Με συνέφερε το πλοίο που ακούστηκε να κορνάρει. Πώς να τον κρατήσω; Ένα ακόμη φιλί. Μία υπόσχεση βγήκε απ’ τα χείλη μου: δεν είναι το τελευταίο, του ψιθύρισα στο αυτί. Δεν ξέρω αν το άκουσε, γιατί οι φίλοι του, που βρίσκονταν ήδη πάνω στο καράβι, του φώναζαν να βιαστεί. Πήδηξε μέσα, την τελευταία στιγμή. Η πόρτα του πλοίου σηκώθηκε και έκλεισε. Το φέρρυ έστριψε και εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω του μια γραμμή από αφρούς, που το ένωνε με την στεριά. Ποιό θαύμα να γίνει; Ποιος Άγιος να τρέξει πάνω στο νερό;”
Σταμάτησε να διαβάζει και αναστέναξε που δεν μπορούσε να απαντήσει σε καμιά ερώτηση ούτε τότε ούτε σήμερα. Πολύ περίεργο. Θυμήθηκε τη ζεστασιά εκείνου του φιλιού.
“Συνεχίζεται…” έγραφε, με κεφαλαία γράμματα, αντί για τέλος.

 

Συνεχίζεται…

Share.
Exit mobile version